Translate

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων

Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων
–των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου
– είναι διαρκής μέχρι τελικής δικαίωσης.

Παρέμβαση του Αντιπροέδρου της Βουλής Λουκά Αποστολίδη.

Κυρίες και κύριοι
Θέλω ειλικρινά να συγχαρώ την πρωτοβουλία σας για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων από τη Γερμανία στα θύματα του
ναζισμού. Επιτελείτε ένα μεγάλο εθνικό, ηθικό, ιστορικό και κοινωνικό έργο.
Δικαίωση ηθική. Να αλαφρώσει ο πόνος. Να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τέτοιες θηριωδίες. Τέτοια εγκλήματα δεν παραγράφονται.
Παραπέμπουν και διδάσκουν τις νεότερες γενιές ότι οι αξίες της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας και της Ειρήνης είναι η καλύτερη και πιο αποτελεσματική ασπίδα σε κάθε ολοκληρωτικό
καθεστώς. Οι απόγονοι των θυμάτων διεκδικούν δικαίως αποζημιώσεις.
Από την ιδιαιτέρα Πατρίδα μου, τη Βοιωτία, και ειδικότερα το Δίστομο, που πολλά έχουν προσφέρει στον εθνικοαπελευθερωτικό
αγώνα, με εμψυχωτή τον διακεκριμένο νομικό και Νομάρχη Βοιωτίας κ. Γ. Σταμούλη, έγιναν πολλές αγωγές για αποζημιώσεις και πρωτόδικα είχαν καλή έκβαση.

Έχω συζητήσει με τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνη για τη δημιουργία Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής με στόχο
να προωθήσει, να συμβάλει στην υπόθεση των αποζημιώσεων, των επανορθώσεων και της απόδοσης του κατοχικού δανείου.

Παρακολούθησα τη «Συνάντηση των Δελφών για τις αποζημιώσεις», που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και με τη συμμετοχή διακεκριμένων στελεχών της Γερμανίας, από τον πολιτικό και τον πανεπιστημιακό χώρο, ιστορικών και δημοσιολόγων -δημοσιογράφων, που ένωσαν μαζί μας τη φωνή τους για ΔΙΚΑΙΩΣΗ.

Είμαι ενεργός συμπαραστάτης των πρωτοβουλιών σας και σε κάθε ενέργειά σας θα είμαι στο πλευρό σας.
Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου–είναι διαρκής μέχρι τελικής δικαίωσης.

Διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα

Ψήφισμα του «Εθνικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα» και της κίνησης «Ενωμένη Εθνική
Αντίσταση 1941-1944»


ΣΗΜΕΡΑ, 25η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1998, ημέρα επίσημου εορτασμού της Εθνικής Αντίστασης 1941-44, διεξήχθη στην Αθήνα, στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής, ημερίδα με θέμα:
«Η επίλυση του προβλήματος των γερμανικών αποζημιώσεων προϋπόθεση για την εδραίωση της φιλίας των λαών Ελλάδας και Γερμανίας».

Κατά τη συζήτηση αναπτύχθηκε συνοπτικά το μαρτυρολόγιο της Εθνικής Αντίστασης και έγινε έτσι η απαρίθμηση μιας ολόκληρης
σειράς δραματικών ιστορικών περιστατικών σχετικών με τα εγκλήματα πολέμου των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, που προξένησαν μεγάλες καταστροφές και βύθισαν σε απερίγραπτη δυστυχία τον Ελληνικό Λαό.

Οι σφαγές του Διστόμου και των Καλαβρύτων συνιστούν ανάλογες τραγωδίες με εκείνες του Οραντούρ και του Λίντιτσε και αποτελούν δύο περιπτώσεις, ανάμεσα σε πολλές άλλες, όπως τις καταστροφές και τις εκτελέσεις στο Κομμένο, στην Κλεισούρα, στην Κάνδανο, στον Βιάννο, στον Χορτιάτη και σε τόσα άλλα μέρη της Ελλάδας.
Όποιο σπιτικό και αν ρωτήσεις, από τα βόρεια ελληνικά σύνορα ως την Κρήτη, θα σου μιλήσουν για τους ανθρώπους τους που θερίστηκαν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί κατακτητών, εξοντώθηκαν ως όμηροι ή κρατούμενοι σε στρατόπεδα, ή πέθαναν από τα βασανιστήρια, τις αρρώστιες και την πείνα.


Κι όμως, στον Ελληνικό Λαό, που πρόσφερε αναλογικά από τις πιο μεγάλες θυσίες στο Β´ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν καταβλήθηκε ουσιαστικά σχεδόν καμιά επανόρθωση από το γερμανικό κράτος. Τέτοια, που θα ικανοποιούσε την ιστορική δικαιοσύνη και θα
αποκαθιστούσε την ηθική και νομική τάξη, το θεμέλιο της Ενωμένης Ευρώπης, που οικοδομούν από κοινού ο γερμανικός, ο ελληνικός
και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης.



Και μόνο μια συνοπτική επισκόπηση του μαρτυρολόγιου και του αγωνιστικού ημερολογίου της επικής ελληνικής Εθνικής Αντίστασης φθάνει για να αποδείξει τη μεγάλη ιστορική αδικία, που διαπράττεται, πενήντα και πάνω χρόνια, από μέρους της δημοκρατικής Γερμανίας απέναντι στη χώρα μας, στο λαό μας, στις χιλιάδες των θυμάτων και στους απογόνους τους.

Ακόμα και αυτό το λεγόμενο «αναγκαστικό Δάνειο» της Ελλάδας προς τη Γερμανία, το οποίο υπήρξε μια από τις κύριες αιτίες
της οικονομικής εξαθλίωσης και του θανάτου από την πείνα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, δεν έχει επιστραφεί, όπως θα ήταν αυτονόητο.
Κι όμως, λίγες εβδομάδες πριν από την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας, οι αρμόδιοι της τότε Reichsbank αναγνώριζαν ρητά, με γνωμάτευσή τους, την ύπαρξη αυτού του «γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα», το οποίο μάλιστα αποτιμήθηκε «για μελλοντική χρήση», όπως ελέχθη, σε περίπου τότε 476 εκατομμύρια μάρκα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι συμμετέχοντες στη σημερινή ημερίδα καλούμε τη δημοκρατική γερμανική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την ιστορική αλήθεια και να επιζητήσει επιτέλους το διάλογο με τα θύματα του ναζισμού και με την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς διπλωματικές καθυστερήσεις.

Καλούμε, επίσης, την ελληνική κυβέρνηση να δείξει χωρίς χρονοτριβή έμπρακτα το σεβασμό της στις θυσίες του λαού, τον οποίο εκπροσωπεί, διεκδικώντας την ηθική και υλική επανόρθωση της ιστορικής αδικίας από μέρους της Γερμανίας, ως προϋπόθεση για τη βαθύτερη εδραίωση της φιλίας μεταξύ των λαών μας.

Εξουσιοδοτούμε, τέλος, τα προεδρεία των δύο οργανώσεων, που είχαν την πρωτοβουλία της σημερινής ημερίδας, να υποβάλουν το
κείμενο του Ψηφίσματος αυτού τόσο στη γερμανική όσο και στην
ελληνική Βουλή, καθώς και σε όλα τα κόμματα, που εκπροσωπούνται σ’ αυτές, και να ζητήσουν την έναρξη, επιτέλους, διακυβερνητικών συνεννοήσεων για τη ρύθμιση του θέματος.

Πενήντα και πάνω χρόνια μετά την τραγωδία του πολέμου και τη διάπραξη των ναζιστικών εγκλημάτων, δεν υπάρχουν πλέον άλλα περιθώρια παρέλκυσης.

Οι μετέχοντες στην ημερίδα
Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 1998

Το νούμερο 4 2 3 2 0 ήταν μια Ελληνίδα αγωνίστρια


Προς το Προεδρείο της Ημερίδας για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων

Είμαι μια από τις 16 Ελληνίδες κρατούμενες στο χιτλερικό στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, που επέζησαν. Και επειδή βρίσκομαι στο νοσοκομείο χειρουργημένη και δεν μπορώ να παραβρεθώ στην Ημερίδα σας, στέλνω μια μικρή ανάμνηση
από εκείνο το κάτεργο.
[...] Στεκόμουν, όπως όλες μας, μπροστά στον τόρνο, όπου οι ναζί μάς υποχρέωναν να δουλεύουμε επί 12 ώρες, λειαίνοντας
φονικούς κάλυκες για τις σφαίρες. Κάποια στιγμή αφαιρέθηκα, και το βουητό του τόρνου γίνηκε το βουητό του τρένου, που με
ταξίδευε στον τόπο μου, το νησί του Ευρίπου. Με τη φαντασία μου βρέθηκε στην πατρίδα μου, την όμορφη Λίμνη. Στο πατρικό μου σπίτι. Στεκόμουν στην κουζίνα, κοντά στο παράθυρο, κι έβλεπα τις πευκοβελόνες να τρυπώνουν μέσα απ’ τη σήτα, κι ανάσαινα τη μοσκιά του πεύκου. Στο ρυθμό του τόρνου άκουγα τον αργαλειό της μητέρας μου και τη φωνή της: «Κορίτσια! Τον καφέ και το βύσσινο του πατέρα σας!...»

Ήταν απομεσήμερο. Καλοκαίρι. Σ’ αυτή τη θέση καθόταν ο πατέρας μας ξυπνώντας το απόγευμα και ρουφούσε, μαζί με τον καφέ του, το άρωμα του πεύκου. Μπροστά απ’ τα μάτια μου πέρασαν οι μορφές
των δικών μου. Τις κρατούσα πάντα μέσα μου σαν φυλαχτό, και αναδύονταν στις πιο κρίσιμες στιγμές. Έπιασα κουβέντα με τα χέρια τους. Αναρωτιόμουν σε ποιο χέρι φορούσε ο πατέρας το δαχτυλίδι με την πέτρα, που πριν λίγα χρόνια ακόμα το στιφογύριζα στο δάχτυλό μου παίζοντας...
Η μητέρα, θυμήθηκα, φορούσε τη βέρα της στο μεσαίο δάχτυλο. Θα φορούσα, άραγε, ποτέ βέρα εγώ;


Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας.


Ξαφνικά, ένας κάλυκας σφύριξε στο αυτί μου. Τον είχε πετάξει η ομπερίνα, με άχτι. Η χιτλερίνα επιστάτρια που μας παρακολουθούσε. Ένιωσε, φαίνεται, πως το νούμερο 42320 ταξίδευε αλλού. Είχε για λίγες στιγμές δραπετεύσει από την κόλασή
του. Είχε διαπράξει έγκλημα. Από νούμερο, τόλμησε να ξαναγίνει άνθρωπος. Ένα κορίτσι που ονειρευόταν. Όχι! Έπρεπε, ώσπου να πεθάνω, να είμαι το νούμερο 42320 και τίποτε άλλο...

Ανταλλάξαμε ματιές με τις συμπατριώτισσές μου. Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας. Χωρίς σπασμωδικές κινήσεις, για να μην υποψιαστεί τίποτε η ομπερίνα, σκύβω στο κασονάκι όπου έπεφταν οι κάλυκες
και, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τους ανακατεύω: να μην ανακαλύψει στον έλεγχο τις ρωγμές που έκανε ένα σιδεράκι, που
βάζαμε στο κοπίδι του τόρνου, βγάζοντας σκάρτους, ακατάλληλους για το φονικό προορισμό τους, κάλυκες.
Αυτό το οργανωμένο σαμποτάζ από όλες μας ήταν η εκδίκησή μας, η ανάσα ζωής, η περηφάνεια μας.
Η ομπερίνα απομακρύνθηκε κι εγώ, καθώς χάιδευα τους σκάρτους κάλυκες, ένιωσα ν’ αναβλύζει από βαθιά μέσα μου το επονίτικο τραγούδι μας της Αντίστασης.
Συνεχίζαμε, κι απ’ αυτό το έσχατο μετερίζι, τον αγώνα του λαού μας. Της γενιάς μας.
Ανυπόταχτες! Άνθρωποι ! Όχι νούμερα...

Λούλα Βλαχούτσικου-Γιαννακοπούλου
Κρατούμενη στα στρατόπεδα Ράβενσπρουκ και Μπούχενβαλντ
Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, Νοέμβριος 1998

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13 Δεκεμβρίου 1943.


Καλάβρυτα του Πέτρου Ανταίου

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ, 13 Δεκεμβρίου 1943.

Μια από τις πιο μαύρες μέρες της χιτλεροφασιστικής κατοχής. Οι ναζί κατακτητές παραδίδουν στις φλόγες την πανέμορφη, ιστορική κωμόπολη και εξοντώνουν όλο τον άρρενα πληθυσμό από 14 χρόνων και πάνω. 1.104 είναι τα αθώα θύματα!
Εκείνη την ομιχλώδη, παγερή μέρα οι χιτλερικοί, εφαρμόζοντας το απάνθρωπο δόγμα τους της συλλογικής ευθύνης, διέπραξαν ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματά τους εναντίον του λαού μας.
Ο Χίτλερ, στις 16 Δεκεμβρίου 1942, προεδρεύοντας σε συμβούλιο επιτελών του (Κάιτελ, Γιοντλ, Μπόρμαν κ.ά.), το οποίο επεξεργάστηκε τον πολεμικό κανονισμό της κατοχής, υπαγόρευε: «Πρέπει το σπίτι (του πολίτη από τον άμαχο πληθυσμό) να καεί συν γυναιξί και τέκνοις...

 Με στρατιωτική υψηλοφροσύνη ή με τη συνθήκη της Γενεύης ο αγών αυτός δεν έχει πλέον καμίαν σχέσιν... Ως εκ τούτου ο στρατός δικαιούται να χρησιμοποιεί εις τον αγώνα αυτόν κάθε μέσον και εναντίον γυναικών και παιδιών, αρκεί να εξασφαλίζεται δι’ αυτού η επιτυχία...» Αυτός ο πολεμικός κανονισμός του Χίτλερ καταργούσε το Διεθνές Πολεμικό Δίκαιο της Γενεύης και τη Συνθήκη της Χάγης του 1907 και παρείχε απόλυτη ασυδοσία στους δήμιους των κατεχομένων χωρών.

Και εκείνοι, λυσσώντας για τις πολεμικές τους αποτυχίες και τα πλήγματα της Αντίστασης, ξεσπούσαν με θηριώδη μανία κατά του άμαχου πληθυσμού, αφήνοντας πίσω τους ποταμούς αιμάτων και φοβερά ολοκαυτώματα.
Το φθινόπωρο του 1943 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατήγαγαν μια σειρά νίκες κατά των ναζί στην Πελοπόννησο.
Στις 20 Οκτωβρίου στην Κερπινή, κοντά στα Καλάβρυτα, υπέστησαν πανωλεθρία. Διλοχία τους διαλύθηκε με μεγάλες απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και οι αντάρτες έπιασαν πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τραυματίες, τους οποίους περιέθαλψαν οι Καλαβρυτινοί.

Η διοίκηση των τοπικών τμημάτων του ΕΛΑΣ ζήτησε επίσημα από τη γερμανική διοίκηση να σταματήσει τις εκτελέσεις ομήρων, προκειμένου να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους. Αν όμως συνέχιζαν, τους προειδοποιούσε ότι θα εκτελούντο οι αιχμάλωτοι. Οι ναζί συνέχισαν με μεγαλύτερη ακόμα μανία τις θηριωδίες τους.

Στο ιστορικό μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου εκτέλεσαν 21 μοναχούς, 16 από τους οποίους κατακρήμνησαν από τα βράχια. Διαδόθηκε τότε ότι οι χιτλερικοί θα έκαιγαν τα Καλάβρυτα.
Η οργάνωση του ΕΑΜ ειδοποίησε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την κωμόπολη.
Οι Γερμανοί όμως, που κατέφθαναν από τις 9 ως τις 13 Δεκεμβρίου στην πόλη, ενώ είχαν καταστρώσει ήδη με τη γνωστή μεθοδικότητά τους ως την τελευταία λεπτομέρεια το φριχτό έγκλημα, εξαπάτησαν τον πρόεδρο της κοινότητας και καθησύχαζαν και με το λόγο της στρατιωτικής τους «τιμής» τους κατοίκους.

Το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα οι καμπάνες. Με κήρυκα καλούσαν όλους, με την απειλή εκτέλεσης, να συγκεντρωθούν στο σχολείο. Εκεί ξεχώρισαν όλες τις γυναίκες και τα αγόρια κάτω των 14 χρόνων, γεμίζοντας ασφυκτικά μια μικρή αίθουσα. Τους άντρες τους έβγαλαν κρυφά και τους συγκέντρωσαν στα ριζά των λόφων, στη θέση «Λάκκα του Καππή», επτακόσια μέτρα ψηλότερα από το νεκροταφείο.
Τους τοποθέτησαν αμφιθεατρικά, ώστε να βλέπουν τα σπίτια τους που άρχισαν να καίγονται. Πίσω απ’ τις πλάτες τους τα πολυβόλα και τα μυδράλλια περίμεναν το παράγγελμα για ν’ αρχίσουν το μακελειό.

 Κι όμως, η ελπίδα δεν εγκατέλειπε τους μελλοθάνατους. Τους είχαν εξαπατήσει λέγοντας να πάρουν μαζί τους από μια κουβέρτα κι ένα καρβέλι ψωμί. Έλπιζαν λοιπόν να τους έπαιρναν ομήρους.
Δύο φωτοβολίδες από το ξενοδοχείο του Δαλιάνη έδωσαν το σύνθημα της σφαγής... Πυρ!... Πάνω από μια ώρα κροτάλιζαν οι ριπές. Δεν θερίζονται εύκολα 800 λεβοντόκορμοι άντρες.
Άλλους 304 σκότωσαν από τα γύρω χωριά. Οι σκοτωμένοι έπεφταν επάνω στους λαβωμένους αλλά ζωντανούς και τους σκέπαζαν.
Τότε ένα ειδικό τμήμα από 30 αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον αρχιδήμιο ΤΕΝΕΡ, που έφερε, για την περίπτωση, τρία πιστόλια στη ζώνη του, αρχίζουν ν’ αποτελειώνουν με χαριστικές βολές στο κεφάλι τους εκτελεσμένους...

Βρεθήκαμε σ’ αυτόν τον κρανίου τόπο, τη Λάκκα του Καππή, με το συχωρεμένο σκηνοθέτη Αντώνη Βογιάζο, όταν γυρίζαμε το Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης, μαζί μ’ έναν από τους ελάχιστους που επέζησαν, τον Νίκο Φερλελή, ακούσαμε και καταγράψαμε στην ταινία, ριγώντας, την αφήγησή του:
 «Εκεί που καθόμασταν στη λάκκα όλοι οι άντρες, μας έκαναν νόημα να σηκωθούμε. Και μόλις έπεσαν οι φωτοβολίδες άρχισαν να μας “θερίζουν” με τα μυδράλλια.
Όταν πέσαμε όλοι, πλησίασαν οι Γερμανοί με τα πόδια να βουλιάζουν στο αίμα και σ’ έναν- έναν έδιναν τη χαριστική βολή. Εγώ είχα μείνει ζωντανός. Δύο αδέρφια ακόμα και κάποιοι άλλοι δίπλα μου.
Μια-μιάμιση ώρα είχε κρατήσει η εκτέλεση κι άλλες δύο και περισσότερο η χαριστική βολή. Είχα ένα γείτονα που ζούσε ακόμα και μου λέει: “ Έρχεται η σειρά μας”.
Εμένα είχε πιαστεί η αναπνοή και δεν μπορούσα να μιλήσω. Φτάνουν σε μας, δίνουν δύο πιστολιές στο γείτονά μου, στο κεφάλι τον αποτέλειωσαν. Πετάχτηκαν τα αίματά του απάνω μου.

Εμένα, όπως είχα το χέρι στο κεφάλι, μου δίνουν μια πιστολιά, η σφαίρα τρύπησε το χέρι μου και με λάβωσε στο μέτωπο. Λέω: “Πάλι τη γλίτωσα. Δεν πέθανα”. Μετά από καμιά δεκαριά λεπτά, έρχεται άλλος, με γραπώνει απ’ το γιακά, μου γυρίζει το πρόσωπο και μου δίνει άλλη μια πιστολιά. Να, εδώ, στην κορφή. Έμεινα για λίγο αναίσθητος. Είχα μουδιάσει ολόκληρος. Τέλος φύγανε.

Ανασηκώθηκα τότε ανάμεσα στους σκοτωμένους, κοιτάω και βλέπω από κείνο το δρομάκι εκεί ερχόταν η μάνα μου. Μου λέει: “Πού είναι οι άλλοι;” Είχα άλλα δύο αδέρφια, τον Βασίλη και τον Κίμωνα. Βρήκαμε τον έναν, ύστερα και τον άλλον σκοτωμένους.

Έφυγα από ’κεί, και θυμάμαι πάταγα μες στο αίμα και το πόδι μου βούλιαζε ως το γόνα. Το αίμα κύλαγε ποτάμι, είχε φτάσει ως κάτω στο δρόμο...» Πολλά σπίτια έχασαν τρεις και τέσσερις άντρες.
Του μπαρμπα-Πανάγου του Παναγούτσικου σκοτώθηκαν και τα τέσσερά του παιδιά. Με κείνον πέντε. Και με το γαμπρό του τον Ευελπίδη, έξι.
Μια Καλαβρυτινή, η Ελευθερία της θεια Γιώτας, που ανηφόρισε απ’ τις πρώτες στη Λάκκα, είδε τόσα χυμένα μυαλά ένα γύρο, που δεν βάσταξε. Βρήκε έναν τενεκέ, τον γέμισε και τα ’θαψε χωριστά.

Την ίδια εκείνη ώρα στο σχολείο, με ανατριχιαστική υπόκρουση τη χλαπαταγή απ’ τη φωτιά που λυσσομανούσε σ’ όλη την πόλη και τις ριπές της εκτέλεσης, τα γυναικόπαιδα κι οι γέροντες προσεύχονταν σε εικόνες που είχαν φέρει απ’ τα σπίτια τους.
Ξάφνου, όταν άρχισε να καίει τις πατούσες το πάτωμα ζεσταμένο από τη φωτιά που είχαν βάλει οι ναζί στο υπόγειο του σχολείου, τα γυναικόπαιδα ρίχτηκαν ξετρελαμένα πάνω στην κλειδομανταλωμένη πόρτα και την έσπασαν. Άλλοι λένε πως κάποιος Αυστριακός ή Αλσατός φρουρός την άνοιξε κι οι χιτλερικοί τον σκότωσαν επιτόπου.

Τα γυναικόπαιδα, που σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε να καούν για να μη μείνει ψυχή ζωντανή από τα Καλάβρυτα, σώθηκαν.
Ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φεφές, δεκατετράχρονο παιδί τότε, που σώθηκε, στο βιβλίο του Καλάβρυτα δίνει συγκλονιστικές σκηνές απ’ ό,τι επακολούθησε.
Στο γιαπί του νοσοκομείου, όπου απάγγιασαν τα γυναικόπαιδα μετά την έξοδο απ’ το σχολείο, τα παιδιά δεν σταματούσαν το κλάμα. Τότε ο μικρός Φεφές τους είπε: «Σωπάστε, παιδιά, μην κάνετε έτσι. Όλοι ορφανά είμαστε !…».

Με το ξημέρωμα της επομένης, τα παιδιά ένιωσαν την πείνα τους. Τότε η Κελαηδήνενα, που της είχαν σκοτώσει τρία παιδιά και τον άντρα, τους έδωσε ένα σταρένιο ζυμωτό καρβελάκι.«Είναι του Νίκου μου... Εκείνο το άμοιρο δεν το ’φαγε». «Άρχισα να το κόβω και να το μοιράζω», γράφει ο αρχιμανδρίτης Φεφές. «Για τον εαυτό μου κράτησα το βρεμένο. Άρχισα να το τρώγω με βουλιμία.

Τότε κατάλαβα. Ανατρίχιασα. Ήταν ποτισμένο με το αίμα των σκοτωμένων. Αυτή τη μεταλαβιά δεν θα την ξεχάσω...» Πράξεις της τραγωδίας που συνεχίστηκε ήταν το κουβάλημα των νεκρών στις πλάτες των γυναικών στο νεκροταφείο, το σκάψιμο στην πέτρινη παγωμένη γη και με τα νύχια ακόμα, γιατί τα σκαπανικά είχαν λιώσει, για την ταφή των νεκρών. Κι η πάλη με τα αγριεμένα απ’ την πείνα σκυλιά, που ξέθαβαν κι έτρωγαν τις νύχτες τους νεκρούς...

Οι Καλαβρυτινές χήρες, μάνες, αδερφές, αρραβωνιαστικές κινδύνεψαν να τρελαθούν απ’ το σπαραγμό. «17 Δεκέμβρη 1943», γράφει στο βιβλίο της Φύλλα Κατοχής η Ιωάννα Τσάτσου.

«Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας άρχισαν να μπαίνουν στο γραφείο μας σ’ ατέλειωτη σειρά γυναίκες μαυροφορεμένες.
Τα πρόσωπά τους ήταν μαρμαρωμένα, ακίνητες με μιαν ομαδική, ομοιόμορφη έκφραση νέκρας, που δεν είχα ποτέ μου ξαναδεί.

Η πρώτη μίλησε με κόπο: “Ερχόμαστε απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είμαστε όλες. Οι περισσότερες έμειναν εκεί…”
Όταν ακούσαμε Καλάβρυτα, ανατριχιάσαμε…» Δεν τρελάθηκαν όμως. Συμμάζεψαν τα κουρέλια των ψυχών τους.
Πάλεψαν σκληρά μόνες τους. Ανάστησαν τα παιδιά τους που επέζησαν και τα πρόσφεραν άξιους πολίτες στην πατρίδα.
Έχτισαν τα Καλάβρυτα. Έδωσαν ένα αιώνιο παράδειγμα καρτερίας της Ελληνίδας. Της Ελλάδας.

Η σφαγή του χωριού Κομμένο της Άρτας


Συνήγορος υπεράσπισης: Μήπως γνωρίζετε, μάρτυς, ποία μονάς έκανε, αν παραδεχθούμε, την καταστροφή;

Μάρτυς: Ο διοικητής του τάγματος SS που είχε την έδρα του στον ποταμό Λούρο, Φάλνερ, κι ο υπολοχαγός Νόβιακ, διοικητής των αστυνομικών δυνάμεων, ομού έδιδαν επιτόπου τις διαταγές σφαγής.

Απαντητική επιστολή Δ. Κιουσοπούλου, εισαγγελέα Αρείου Πάγου, με ημερομηνία 15 Μαΐου 1972 Σε επιστολή του προς το γυμνασιάρχη Κ. Παπά, μάρτυρα κατηγορίας από το Κομμένο, στη δίκη των στρατηγών στη Νυρεμβέργη, που ρωτούσε για την τύχη των κατηγορουμένων σ’ αυτή τη δίκη  Λαντς κ.ά
ο Δημ. Κιουσόπουλος, διευθυντής του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου και αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη δίκη της Νυρεμβέργης, αναφέρει: «...
Όλοι οι κατηγορούμενοι στρατηγοί διέφυγαν της ποινής του θανάτου. Τούτο συνέβη κατά τη γνώμη μου διότι η πολιτική της Αμερικής μετεστράφη.

Μετά την ρήξιν της μετά της Ρωσίας εκαλλιέργησεν φιλικάς σχέσεις μετά της Γερμανίας και επόμενον ήτο και το δικα- στήριον να τηρήσει ανάλογον στάσιν...» Από ηχογραφημένες μαρτυρίες για το ολοκαύτωμα Αλέξανδρος Μάλλιος (γιος του Θόδωρου Μάλ- λιου):

«Όταν έγινε η μεγάλη σφαγή του Κομμένου, ήμουν 13 χρόνων... Τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 μαζί με την αδελφή μου είχαμε βγάλει τα ζώα έξω για βοσκή και δενβρεθήκαμε σπίτι.
Είδαμε μια φωτοβολίδα και μετά άρχισαν να «βάζουν» οι Γερμανοί με όλμους και πολυβόλα. Κρύφτηκα σ’ ένα χαντάκι με την αδελφή μου.
Εκεί άκουσα κάποιον να λέει: «Στο γάμο του Μάλλιου δεν έμεινε κα- νένας ζωντανός…» … Όταν γύρισα, πρώτον είδα τον πατέρα μου μ’ ένα αδελφάκι μου, στην αγκαλιά. Σκο- τωμένοι κι οι δυο. Από τα 12 μέλη της οικογένειάς μας σωθήκαμε μόνο εγώ κι η αδελφή μου…
Οι Γερμανοί φορούσαν λευκές ποδιές, ματωμένες, σαν χασάπηδες… Δημήτρης Αποστόλου (Κομμένο): … Στις 15.8. 43 είχε ολική έκλειψη σελήνης. Αποβραδίς είχα βγει για κυνήγι πάπιας.
Τα χαράματα, γυρνώντας, είδα φωτοβολίδες… Πρώτα έκαναν πλιάτσικο και μάζεψαν τα ζώα. Μετά άρχισε η σφαγή. Κράτησε από τις 5.30 το πρωί ως τις 12.30. Έχασα πατέρα, μάνα, αδελφό 20 χρόνων, θείο, γιαγιά, ξαδέλφια. Έγιναν και βιασμοί…

Χαρακτηριστική για την αγριότητα, την απόλυτη αθωότητα των θυμάτων και την αποκλειστική ευθύνη της Βέρμαχτ είναι η περίπτωση του ολοκαυτώματος του Κομμένου της Άρτας.

Αρχιδήμιος του χωριού, που έδωσε την εντολή να κατακρεουργηθούν όλοι οι κάτοικοι του Κομμένου, αλλά και δήμιος όλης της περιοχής της Ηπείρου, ήταν ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, διοικητής του 22ου Ορεινού Σώματος Στρατού, με έδρα τα Γιάννενα. Οι συγκεκριμένες μονάδες που ματοκύλησαν το Κομμένο ανήκαν στην Ορεινή Μεραρχία Εντελβάις, με διοικητή το στρατηγό Στέτνερ. Τον Αύγουστο του 1947, στη Νυρεμβέργη, δικάστηκαν από το 5ο Αμερικανικό Στρατιωτικό Δικαστήριο οι 11 στρατηγοί, που είχαν ευθύνες για την εκστρατεία και την κατοχή στα Βαλκάνια.
Ανάμεσά τους ήταν και ο στρατάρχης Λιστ, ο στρατηγός Σπάιντελ και ο στρατηγός Λαντς. Ενδεικτικό για την έκταση της εγκληματικής δράσης του Λιστ και του Λαντς είναι ότι τα πρακτικά της δίκης, που τους αφορούν, είναι καταχωρημένα σε 65.000 σελίδες! Ανάμεσα στους Έλληνες μάρτυρες στη δίκη ήταν και ο αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής του Κομμένου, γυμνασιάρχης Κωνσταντίνος Παπάς.

 Μεταξύ των άλλων σημείων της περιγραφής του ολοκαυτώματος στο βιβλίο του Η σφαγή του Κομμένου, ο Κ. Παπάς αναφέρει το ακόλουθο επεισόδιο από τη διαδικασία:

Μάρτυς (Κ. Παπάς): …Απέναντι από το σπίτι μου είναι το σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου. Το μαύρο βράδυ της 15ης Αυγούστου 1943 έκανε τους γάμους του γιου του, Σπύρου, με μια νέα από το χωριό Γλυκόρριζο. Στο σπίτι έγινε ολονύκτιο γλέντι. Το πρωί της 16ης Αυγούστου, οι Γερμανοί, σαν τίγρεις, επέπεσαν στην πλούσια λεία τους. Έβγαλαν έξω από το σπίτι 10-15 άτομα και τα εκτέλεσαν με πολυβόλα. Οι υπόλοιποι γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 23, κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι...

Δικαστής Μπιούργκε: Πόσα άτομα σκοτώθηκαν στο Κομμένο;

Μάρτυς: 317 είναι τα θύματα της τραγωδίας του Κομμένου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Συνήγορος υπεράσπισης: Μήπως γνωρίζετε ποιος ήταν ανώτατος στρατιωτικός διοικητής Ιωαννίνων του 22ου σώματος στρατού;

Μάρτυς: Ο στρατηγός Λαντς, που ευρίσκεται ενώπιόν μας κατηγορούμενος, και που έδωσε τη διαταγή της άγριας σφαγής του Κομμένου.

Η στατιστική της σφαγής και της καταστροφής
◗ Από τους 680 κατοίκους σφάχτηκαν οι 317.
◗ Από τους 317 οι 74 ήταν παιδιά, από 1 ως 10 χρόνων.
◗ Σφάχτηκαν και οι δύο παπάδες του χωριού.
◗ Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 20 οικογένειες.
◗ Ανατίναξαν και έκαψαν και τα 181 σπίτια του χωριού. Η θηριωδία στο αποκορύφωμά της
◗ Δύο μωρών 7 μηνών, γέμισαν το στόμα με βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και το άναψαν, για ν’ απολαύσουν το ζωντανό πυροτέχνημα.
◗ Ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης βεβαιώνει ότι η ετοιμόγεννη σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή, με την κοιλιά ξεσκισμένη και το έμβρυο δίπλα της.

Το μεσημέρι, μετά τη σφαγή, οι δήμιοι μαζεύτηκαν στο σπίτι του προέδρου του χωριού Λάμπρου Ζορμπά και γλεντούσαν τρωγοπίνοντας, ενώ γύρω τους κείτονταν 7 πτώματα κατακρεουργημένα: η Μαρία, η κόρη του, μαθήτρια Γυμνασίου, ο Παναγιώτης, ανεψιός του προέδρου, ο θείος του, Γ. Ζορμπάς, η θεία του, Ανθούλα Ζορμπά και ο τυφλός γέροντας γείτονάς του, Θ. Χαραλάμπους.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Το ολοκαύτωμα των Επαρχιών Βιάννου και Ιεράπετρας Κρήτης


Το ολοκαύτωμα των Επαρχιών Βιάννου και Ιεράπετρας Κρήτης.

 ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ συμπληρώνονται φέτος από το αποτρόπαιο ολοκαύτωμα μιας ολόκληρης επαρχίας της Κρήτης, της Επαρχίας Βιάννου, καθώς και οικισμών της Επαρχίας Ιεράπετρας, από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Το 1943, στις 14, 15 και 16 Σεπτεμβρίου, 5.000 στρατιώτες του κατακτητή ζώνουν τα χωριά της Βιάννου και εξοντώνουν 325 άνδρες και άλλους 126 στα χωριά της Επαρχίας Ιεράπετρας. Σε συνέχεια ανατινάζουν με δυναμίτες τα σπίτια και καίνε τα χωριά. Ουσιαστικά, στην περίπτωση της Βιάννου και της Ιεράπετρας, εκτελέστηκε με τη χαρακτηριστική μεθοδικότητα των Γερμανών η διαταγή του στρατηγού Μύλερ:
«Να εξοντωθεί ό,τι αναπνέει και να καταστραφεί κάθε μέσον ζωής».
 Οι «λεπτομέρειες» του ολοκαυτώματος –αν μπορεί κανείς να μιλάει για «λεπτομέρειες», όταν εξοντώνονται ολόκληρες οικογένειες και χωριά– είναι ανατριχιαστικές: Μια μάνα έθαψε με τα ίδια της τα χέρια και τους 4 γιους της. Μόνο στο χωριό Αμιρά, όπου σήμερα, στη θέση Σέλι, βρίσκεται το ηρώον, σκοτώθηκαν 114 άνδρες. Ο Λευτέρης Αναστασάκης, ένας από τους ελάχιστους που γλίτωσαν απ’ αυτό το χωριό, θυμάται: Την ημέρα εκείνη, 14 Σεπτεμβρίου, είχαμε τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού και ο κόσμος είχε μαζευτεί στα καφενεία. Κατά τις 10 το πρωί ήρθαν οι Γερμανοί και άρχισαν να μας συλλαμβάνουν. Μας χώριζαν σε ομάδες ανά 25 άτομα. Εκτέλεσαν την πρώτη και τη δεύτερη ομάδα. Εγώ ήμουν να πάω με τη δεύτερη ομάδα, αλλά είδα τους δικούς μου τον πατέρα μου, τον πεθερό μου και τ’ αδέλφια μου, και τραβήχτηκα κοντά τους. Μας πήραν για τον τόπο της εκτέλεσης. Μόλις φτάσαμε, σαστίσαμε από τη φρίκη. Οι άνθρωποι κείτονταν σωρός σκοτωμένοι και το αίμα έτρεχε ποταμός. Μόλις άρχισαν οι πυροβολισμοί, έπεσα αστραπιαία κάτω. Μια σφαίρα με πήρε στο μάγουλο και τρεις στο πόδι. Σε λίγο άρχισαν τη χαριστική βολή. Είχα κρύψει το κεφάλι μου στον μπροστινό νεκρό. Ήρθε ο Γερμανός και με πάτησε στο σπασμένο μου πόδι, που έτρεχε αίματα, για να δει αν ζω. Από τον πόνο αισθάνθηκα πως θα σχιζόταν το μυαλό μου. Αλλά ο Θεός μού δωσε τη δύναμη και δεν κινήθηκα, κι έτσι γλίτωσα. Οι Γερμανοί φέρανε και άλλες ομάδες και τις εκτέλεσαν. Το πόδι μου πονούσε.             Το κούνησα λίγο και άγγιξα τον Νικολή τον Λουκάκη.                        Μου λέει: «Ζεις;» – «Ζω! Μόνο σήκω να βγούμε σε καμιά ελιά, γιατί θα μας ρίξουν στον γκρεμό». Τότε γυρίζει ο αποστρατευμένος από την Αλβανία κουνιάδος μου και μου λέει: «Μην κουνηθείς, γιατί μας έφαγες και μας!» Όταν τον άκουσα κατάλαβα πως είχαμε σωθεί για την ώρα τρεις. Άμα τελειώσαν οι εκτελέσεις, έφυγαν οι Γερμανοί για το χωριό. Ήρθαν οι γυναίκες στον τόπο της εκτέλεσης και σπάραζαν από τον πόνο. Τραβούσαν τα μαλλιά τους και κλαίγανε. Μόλις με βλέπει η γυναίκα μου, 16 χρόνων τότε, έγκυος 8 μηνών, βγάζει το φόρεμα και το μαντίλι της και μου το φόρεσαν. Μετά με πήραν στους ώμους και φύγαμε… Ένας απ’ τους εκτελεσμένους, ο Μιχάλης Βερυκοκάκης, γλίτωσε και μετά τη χαριστική βολή».

Ολοκαύτωμα Διστόμου


Αφήγηση Γιάννη Μπασδέκη, Δίστομο
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ για το Δίστομο σαν να ήταν μαυραγορίτες, με αυτοκίνητα πολιτικά, πήραν ρούχα από τους κρατουμένους και ντυθήκανε. Από πίσω ακολούθησε φάλαγγα, κι άλλη μία ερχόταν από την Άμφισσα. Στο δρόμο σκοτώσανε, πριν φτάσουν στο Δίστομο, γυναικόπαιδα: τη Σφουντούρου τη Φλωρού, τη μάνα της, τον Γιάννη τον Λεμονή… Δηλαδή σκοτώσανε ανθρώπους πριν φτάσουν στο Δίστομο. Συλλάβανε δώδεκα λεβέντες στα χωράφια τους, που δουλεύανε, και τους είχανε για ομήρους, απάνω στ’ αυτοκίνητα. Φτάνοντας εδώ, στο Δίστομο, ρώτησαν τον πρόεδρο, τον παπά –αυτά τα έμαθα μετά, δεν τα έζησα εγώ προσωπικά, γιατί βρισκόμουν έξω από το χωριό– αν είχαν περάσει αντάρτες απ’ εδώ. Τους είπανε «Ναι, περάσανε. Πήραν αυτή την κατεύθυνση» και τους έδειξαν κάποια κατεύθυνση. Προχώρησαν προς το Στείρι. Εκεί βρισκόντουσαν οι αντάρτες και τους «χτύπησαν». Είχαν σοβαρές απώλειες, δεν μπόρεσαν να σπάσουν τη γραμμή των ανταρτών και επέστρεψαν πάλι στο Δίστομο. Και από ’κεί ξεκινάει το μακελειό. Εκτός από τους κρατούμενους και τις γυναίκες που πουλάγανε κάτι γυαλιά, άρχισαν να σκοτώνουν πριν φτάσουν στο χωριό. Συγκεκριμένα, απ’ τα χωράφια, πριν ακόμα κάνουν την εκτέλεση, είχαν πιάσει κάποιον Σκούτα. Έναν Αριστείδη Σφουντούρη και έναν Βασιλείου μάλιστα του Βασιλείου του έβγαλαν το μάτι και τον σέρναν απ’ τα πόδια και τους πήγαν σε κάποια τοποθεσία Κάναλες που εκεί τους εκτέλεσαν. Έρχονται εδώ με τ’ αυτόματα, κατεβάζουν τα παιδιά και τα σκοτώσαν. Φέρανε κι έναν τραυματία τους, τον επικεφαλής Τέο. Αυτός ζήτησε νερό από κάποια Κατερίνη Σφουντούρη. Η γυναίκα αυτή τους πήγε νερό για να πιει και επιστρέφοντας στο σπίτι μπήκανε οι Γερμανοί και τους εκτέλεσαν όλους και βάλανε φωτιά και τους έκαψαν και το σπίτι. Για το ευχαριστώ αυτό. Ένας απ’ αυτούς που περίμενε να τον εκτελέσουν κατάφερε να λυθεί είναι αυτός εκεί που έχω στη φωτογραφία. ήτανε τέταρτος κατά σειρά, έλυσε τα χέρια του και επετέθη κατά του εκτελεστικού αποσπάσματος. Βέβαια δεν τα κατάφερε, γιατί τον χτύπησε άλλος από πίσω και καταματωμένο και μισοπεθαμένο τον στήσανε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μετά την εκτέλεση αυτή ξεχύθηκαν σ’ όλο το χωριό και δεν αφήσανε τίποτε ζωντανό, ό,τι βρίσκανε. Άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, ζώα, κότες… δεν αφήσανε τίποτε ζωντανό. Το χωριό είχανε δώσει εντολή να είναι κλεισμένο μες στα σπίτια και βρισκόταν ο κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του. Σκοτώσανε τον παπά του χωριού που βρήκανε εκεί, η παπαδιά τρελάθηκε. Να σας πω τι έζησα εγώ… Εγώ είδα την οικογένεια του φαρμακοποιού σκοτωμένους όλους. Σκοτώσανε μια οικογένεια με πέντε παιδιά: τον μπαμπά, τη μαμά και τα παιδάκια στη θέση Βεβά, και τον αγωγιάτη. Εκεί τους εκτέλεσαν αυτούς, μετά δυο μέρες.
Για την οικογένειά μου εκείνο που ξέρω είναι ότι σκότωσαν την αδελφούλα μου, διόμισι ετών· την κάρφωσαν με μια λόγχη στην κοιλιά, όπως την κρατούσε στην αγκαλιά της η μαμά. Σκοτώνουν τη μητέρα μου –ήταν μητριά μου– και τον παππού μου. Τον αδελφό μου, τον Γιώργο, του κάνανε εκτέλεση στο κεφάλι, διαμπερές στο κεφάλι, ήταν έξι ετών τότε. Ευτυχώς έζησε, σπάζοντας το σαγόνι του και ορισμένα δόντια. Μετά, την άλλη μέρα, πήγα εγώ και ο πατέρας μου μέσα, στο χωριό, για να τους θάψουμε. Ο πατέρας μου έπιασε τον μικρό από το πόδι και είδαμε ότι είχε αίματα. Του ’βαλε το δάχτυλο στο στόμα και του πέταξε ένα κομμάτι παγωμένο αίμα από το στόμα έζησε, το φέραμε εδώ πέρα, το πήρε ο Ερυθρός Σταυρός. Το στείλαμε στην Κηφισιά και σήμερα ζει. Ζει από το Δίστομο. Τους άλλους τους θάψαμε στον κήπο του σπιτιού, γιατί ο χρόνος δεν μας επέτρεπε να πάμε να τους θάψουμε σε νεκροταφείο...