Translate

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Η ηθική όψη του ζητήματος των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων

Η ηθική όψη του ζητήματος των γερμανικών πολεμικών
επανορθώσεων στα θύματα και στα επιζήσαντα θύματα του
Β´ Παγκοσμίου πολέμου



Ομιλία του Pfarrer Michael Schweitzer,
της Ευαγγελικής Εκκλησίας
των Γερμανογλώσσων εν Ελλάδι
.


1. Πιθανόν η λέξη επανόρθωση να ανταποκρίνεται στον εννοούμενο σκοπό της. Αυτή τη λέξη την αντιλαμβάνομαι ως την εργασία
της αναστήλωσης. Ωστόσο βασίζομαι σ’ αυτό, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια αυτής της επανορθωτικής εργασίας συχνά αντιστρέφονται οι ρόλοι: αυτός ο οποίος είναι γεμάτος μετάνοια ενώπιον των εγκλημάτων του και θέλει να αναστηλώσει τον άλλο, συνειδητοποιεί ότι εξαρτάται απ’ αυτόν μέσω του οποίου πρέπει να αναστηλωθεί και αυτός.
2. Ελπίζω, ύστερα από 50 χρόνια, να αποφασίσει επιτέλους η Γερμανία να αποζημιώσει τα θύματα και τους επιζήσαντες στην Ελλάδα. Αποφασιστικό ρόλο παίζει το πνεύμα μέσα στο οποίο θα συμβεί αυτό.
3. Ο τωρινός πρόεδρος του Ο.Δ.Γ., κύριος Roman Herzog, είχε αναφέρει τον Αύγουστο του 1994 στη Βαρσοβία, με αφορμή την πεντηκοστή επέτειο της επανάστασης στο γκέτο της Βαρσοβίας, τα ακόλουθα: Μπορείτε εσείς να συγχωρέσετε τον λαό μου, για τα εγκλήματα που σας έχει κάνει στο όνομα της Γερμανίας;
4. Γνωρίζουμε όλοι ότι η απάντηση είναι Όχι. Κανένας Έλληνας δεν μπορεί να πει: Συγχωρώ τους Γερμανούς, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στο Βιάνο, στην Κλεισούρα, στο Κομμένο, στη Μεγαλόπολη και αλλού.
5. Κανείς δεν μπορεί να αρθρώσει τη λέξη συγνώμη για το ανομολόγητο, που έπραξαν οι Γερμανοί εκατομμύρια φορές στο
Auschwitz, στο Maidanek, στην Treblinka, στο Buchenwald, στο Mauthausen, στο Belzec, στο Solibor, στο Chelmno, στο Ponary, στο Theresienstadt, στη Warschau, στη Wilna, στο Skazysko, στο Bergen-Belsen, στο Janow, στο Dora, στο Neuengamme, στο Pustkow...
6. Εγώ κατανοώ την παραπάνω ερώτηση του κυρίου Roman Herzog, αλλάζοντάς την κατ’ αυτό τον τρόπο: Μπορείτε να βοηθήσετε το λαό μου με ορθό τρόπο να αντιληφθεί τι εγκλήματα έκανε σε σας, στο όνομα της Γερμανίας;
7. Τη λέξη επανόρθωση θα ήθελα να την αναγράψω με: να βοηθήσει ο ένας τον άλλο, ώστε να μην υποκύψει στον εξαναγκασμό της επανάληψης. Ο τότε ομοσπονδιακός πρόεδρος Richard von Weizsacker είχε αναφέρει, στις 8 Μαΐου του 1985, με αφορμή την τεσσαρακοστή επέτειο του τέλους του Β´ Παγκοσμίου πολέμου τα εξής: «Όποιος δεν θέλει να θυμάται την απανθρωπιά, γίνεται πάλι ευπρόσβλητος σε νέους κινδύνους μεταδόσεως».
8. Η μνήμη είναι μια κοπιαστική εργασία για τα θύματα και τους επιζήσαντες, συνδεδεμένη με μεγάλο πόνο, έντονη θλίψη, σίγουρα και με τεράστιο φόβο και μ’ ένα συναίσθημα που είναι δύσκολο να το περιγράψει κανείς, αυτό του ολικού κενού, του παραλογισμού, της εγκατάλειψης, ένα συναίσθημα το οποίο σίγουρα θα οδήγησε πολλούς στο να χάσουν τα λογικά τους ή ακόμη και στην αυτοκτονία.
9. Η μνήμη για τους δράστες και για τους απογόνους τους μοιάζει σε πολλά εάν φτάσει εις βάθος, εάν καταφέρει να σπάσει τα δεσμά των μηχανισμών αυτοάμυνας, τους οποίους θέτουμε σε λειτουργία, όταν θέλουμε ν’ αποφύγουμε την ντροπή, την ενοχή και τη θλίψη.
10. Σχετικά με την αυτοκριτική: Εμείς οι Γερμανοί έχουμε ανεπαρκώς δουλέψει πάνω στη διαδικασία της μνήμης. Όσον αφορά τους Έλληνες, ονόματα όπως Δίστομο, Καλάβρυτα και πολλά άλλα είναι στη Γερμανία σχεδόν άγνωστα.
11. Ακούω συχνά από Γερμανούς την εξής παρατήρηση: «Δεν μπορούμε, επιτέλους, να σταματήσουμε με τις συζητήσεις που αφορούν το παρελθόν μας;» Δυστυχώς, μπορώ μόνο να τους απαντήσω ότι: Πολλοί δεν έχουν καν αρχίσει. Αλλά τελεσίδικες κρίσεις είναι πάντα συζητήσιμες. Ο καθένας μόνος του πρέπει να αναρωτιέται κατά πόσο θυμάται αυτά τα εγκλήματα, κατά πόσο ανοίγει την πόρτα της ψυχής του σ’ αυτές τις φρικαλεότητες.
12. Υπάρχουν όμως και στη Γερμανία πολλά ελπιδοφόρα μηνύματα. Όπως, για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια, όταν παιζόταν
στη Γερμανία η ταινία Η λίστα του Σίντλερ, ένιωθα συχνά μια μεγάλη συγκίνηση. Εκατοντάδες νέοι έβγαιναν από τον κινηματογράφο βουβοί, πολλοί απ’ αυτούς κλαίγοντας.
13. Απ’ την άλλη, μου διηγήθηκε εκείνες τις ημέρες μια νέα κοπέλα, η οποία γεννήθηκε το 1967 στην τότε Λαοκρατική Δημοκρατία της
Γερμανίας, τα ακόλουθα:
«Ναι, μ’ όλη τη σχολική τάξη επισκεφτήκαμε το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ντόρα.
Δεν συγκράτησα όμως καμιά βαθύτερη εντύπωση». Μάλλον οι δάσκαλοι το έκαναν ως καθήκον και δεν αισθάνονταν ούτε οι ίδιοι
προσωπικά συγκινημένοι και αντιδρούσαν με αδιαφορία. Για να μην ηχεί αυτό ως μονόπλευρη επίπληξη κατά της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, σας αναφέρω το εξής: Εγώ μεγάλωσα στη Δυτική Γερμανία (γεννήθηκα το 1949). Δεν είχαμε επισκεφτεί ούτε μία
φορά ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.
14. Η διαδικασία της μνήμης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μια διαταγή ούτε να πιεστεί σ’ ένα πολιτικό σύστημα. Πραγματοποιείται πάντα μέσα απ’ την προσπάθεια της προσεκτικής προσέγγισης.
15. Μόλις μετά από παραπάνω από 50 χρόνια διεξήχθη στη Γερμανία μια δημόσια συζήτηση για τη Wehrmacht. Αυτό βέβαια έγινε αργά, αλλά νομίζω ότι ποτέ δεν είναι αργά.
Στις μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας περιόδευσε η έκθεση με τον τίτλο Εξολοθρευτικός πόλεμος, Εγκλήματα της Wehrmacht από το 1941 έως το 1944. Στον πρόλογο αυτής της έκθεσης αναφέρονται τα εξής:
Το 1945, μόλις που είχε νικηθεί η ναζιστική Γερμανία, άρχισαν οι πρώην στρατηγοί με την κατασκευή ενός μύθου – του μύθου της
καθαρής Wehrmacht. Η ομάδα αυτή, έτσι λέγεται, είχε κρατήσει τις αποστάσεις της από τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς, είχε με ευπρέπεια και αξιοπρέπεια εκπληρώσει το στρατιωτικό της καθήκον και είχε πληροφορηθεί τις φρικαλεότητες των ομάδων κινητοποίησης του Himmler πολύ-πολύ αργότερα. Αυτός ο ισχυρισμός, ο οποίος απάλλαξε εκατομμύρια Γερμανούς και Αυστριακούς πρώην στρατιώτες, καθορίζει ως σήμερα την κοινή γνώμη. Το 1995, πενήντα χρόνια αργότερα, έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, να αποχαιρετήσουμε οριστικά αυτό το ψέμα και ν’ αποδεχτούμε την πραγματικότητα ενός μεγάλου εγκλήματος: Η
Wehrmacht δεν διεξήγαγε απ’ το 1941 ως το 1945 στα Βαλκάνια και στη Σοβιετική Ένωση ένα φυσιολογικό πόλεμο, αλλά έναν εξολοθρευτικό πόλεμο εναντίον των Εβραίων, των αιχμαλώτων πολέμου και του άμαχου πληθυσμού, με εκατομμύρια θύματα. Η γερμανική στρατιωτική ιστορία έχει συνεισφέρει κατά πολύ σ’ αυτή τη σαφή πληροφόρηση αυτής της κατάστασης, αρνιέται όμως να
ομολογήσει ότι η Wehrmacht συμμετείχε σ’ αυτά τα εγκλήματα ενεργά και ως σύνολο.
16. Μια θλιβερή επιβεβαίωση αυτού υπάρχει σε μια επιστολή, την οποία έγραψε η γερμανική πρεσβεία των Αθηνών στις 23 Ιανουαρίου 1995 στα θύματα του Διστόμου. Σ’ αυτή την επιστολή γράφονται τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την αντίληψη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι ενέργειες αντιποίνων, όπως για παράδειγμα στο χωριό Δίστομο, ως ναζιστική πράξη, της οποίας τα θύματα ζημιώθηκαν λόγω της φυλής τους, της θρησκείας τους ή της ρητής εναντίωσής τους, αλλά ως πράξη στο πλαίσιο της πολεμικής διεξαγωγής, επειδή απεικονίζουν αντιδράσεις σε επιθέσεις ανταρτών.
17. Αυτή είναι η μέχρι σήμερα επίσημη στάση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Γερμανίας. Αυτό με κάνει να ντρέπομαι, με εξοργίζει, μερικές φορές με κάνει να αισθάνομαι αμήχανος, ελπίζω ποτέ να μη με αποκαρδιώσει. Αντί των πολλών λέξεων θα ήθελα να αντιδιαστείλω το παραπάνω μήνυμα της γερμανικής πρεσβείας στην
Αθήνα του 1995 με τη διαταγή για καταπολέμηση ανταρτών και υπόπτων (δοσμένη από την αρχιστρατηγία της Wehrmacht στις 16.12.1942).
Ο εχθρός εντάσσει στο συμμοριακό αγώνα φανατικούς, κομμουνιστικά εκπαιδευμένους μαχητές, οι οποίοι δεν διστάζουν μπροστά σε καμία βιαιότητα. Εδώ γίνεται λόγος περισσότερο
από ποτέ άλλοτε για αγώνα ζωής ή θανάτου. Αυτός ο αγώνας δεν έχει τίποτε κοινό πλέον με στρατιωτικό ιπποτισμό ή με τις
συμφωνίες της σύμβασης της Γενεύης. Εάν αυτός ο αγώνας ενάντια στους συμμορίτες, τόσο στην Ανατολή όσο και στα Βαλκάνια,
δεν διεξαχθεί και με τα πιο βίαια μέσα, δεν θα επιτύχουν εντός μικρού χρονικού διαστήματος οι διαθέσιμες δυνάμεις να κατανικήσουν αυτή την επιδημία. Κάθε στρατιώτης είναι συνεπώς υποχρεωμένος και είναι στη δικαιοδοσία του να χρησιμοποιήσει σ’
αυτό τον αγώνα κάθε μέσο χωρίς περιορισμό, ακόμη και εναντίον γυναικών και παιδιών, εάν αυτό τον βοηθά στην επίτευξη του
στόχου του (σ. 179).
18. Ο Alexander και η Margarita Mitscherlich έχουν προσπαθήσει ήδη, από το 1967, στο βιβλίο τους με τον –δυστυχώς– σωστό τίτλο
Η αδυναμία της θλίψης να ενεργοποιήσουν μια επεξεργασία της μνήμης. Εκεί αναφέρεται:
Η ιδεολογία των ναζί είναι μεν μετά το 1945 εκτός πορείας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε βρει μια σίγουρη, εσωτερική απόσταση. Γι’ αυτό κρίνεται αναγκαία μια κριτική αναμέτρηση: για παράδειγμα, μια εξέταση σχετικά με το παράλογο, τη μανία ορισμένων μερών αυτής της κοσμοθεωρίας, αλλά αυτό δεν έγινε. Έτσι διατηρήθηκαν, ούτως ειπείν αφελέστατα, λόγω της μη αναγνώρισης και επεξεργασίας μέρη αυτής της κοσμοθεωρίας τελείως άθικτα. Η πιο γνωστή συνέπεια θα μπορούσε να είναι ο συναισθηματικός αντικομμουνισμός.
Τη θέση του αντικομμουνισμού έχει πάρει σ’ εμάς, στη Γερμανία σήμερα, για παράδειγμα, ο δειλός φόβος της ξενοφοβίας.
(Συμβαίνει μια παράλογη αντανάκλαση: Όλα τα κακά προέρχονται από τους ξένους, όπως παλιότερα από τους Εβραίους και τους μπολ-
σεβίκους.)
19. Επανόρθωση: Για να υπογραμμίσει κανείς τη σοβαρότητα των λέξεών του, έχει ανάγκη και από συμβολικές πράξεις. Εάν τελικά η Γερμανία, όπως ελπίζω, αποδώσει τις πολεμικές χρηματικές αποζημιώσεις, τότε αυτό είναι μια εξωτερική πράξη. Τίποτε περισσότερο δεν είναι, αλλά είναι σημαντικό. Τα λόγια λέγονται καμιά φορά γρήγορα και δεν κοστίζουν.
20. Εάν η Γερμανία αποδώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις, τότε εκφράζεται διαφορετικά απ’ ό,τι μόνο με λόγια του τύπου: Ναι,
βλέπουμε την αλήθεια κατάματα. Ναι, αναγνωρίζουμε πως ό,τι συνέβη στο όνομα της Γερμανίας ήταν φριχτή αδικία. Εάν η Γερμανία δεν είναι ακόμη πρόθυμη να πληρώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις, εκφράζει μ’ αυτό, σ’ άλλη μορφή απ’ ό,τι μόνο με λόγια, το ότι: Όχι, δεν αντικρίζουμε την αλήθεια κατάματα. Όχι, δεν είμαστε πρόθυμοι ν’ αναγνωρίσουμε πως ό,τι συνέβη ήταν φριχτή αδικία.
21. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αναφέρεται ότι ο Χριστός λέει στους μαθητές του: «Εσείς θα αναγνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας απελευθερώσει...» (Κατά Ιωάννην, 8, 32).
Ως Γερμανός έχω να υποβάλω μια παράκληση σ’ όλους τους Έλληνες: Παρακαλώ, μη σταματήσετε να πορεύεστε μαζί μας σ’ αυτό το δρόμο. Ό,τι έχει συμβεί, δεν μπορεί να επανορθωθεί. Η αλήθεια όμως μπορεί όλους να μας απελευθερώσει από το φριχτό εξαναγκασμό της επανάληψης, είτε ως δράστες, είτε ως θύματα, είτε
και τα δύο.

Δεν επαιτούμε. Απαιτούμε!


Ομιλία του προέδρου του «Εθνικού Συμβουλίου»
Μανώλη Γλέζου


ΠΡΙΝ ΑΠΟ 56 ΧΡΟΝΙΑ,
σαν σήμερα, στις 25 Νοεμβρίου 1942, οι αντάρτικες δυνάμεις του Έθνους, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, σε συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, ανατίναζαν τη Γέφυρα του Γοργοπόταμου και απέκοπταν τη γραμμή ανεφοδιασμού της στρατιάς του Ρόμελ στην Αφρική.

«Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό.
Μιας ανάστασης νέας χτυπά η καμπάνα, μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό».
Έτσι περιέγραψε το γεγονός η λαϊκή μούσα. Ακριβώς το ίδιο και σήμερα. Όπως τότε ο Γοργοπόταμος έστελνε περήφανο χαιρετισμό στην Αλαμάνα, στις ιστορικές επιταγές του Έθνους, έτσι και τώρα.

Εμείς –το «Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών» και η «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944»
– αποφασίσαμε, ανταποκρινόμενοι στο αληθινό μήνυμα που στέλνει
ο Γοργοπόταμος σήμερα σ’ όλους μας, να σταθούμε στις επάλξεις του χρέους. Και να τονίσουμε πως η επίλυση του προβλήματος
των γερμανικών οφειλών αποτελεί προϋπόθεση για την εδραίωση της φιλίας των λαών Ελλάδας και Γερμανίας, υπόβαθρο για την
Ενωμένη Ευρώπη, αναγκαία σύμβαση για την εδραίωση της Ειρήνης.

Η λεηλασία του εθνικού πλούτου και της περιουσίας των πολιτών, η γενοκτονία με την πείνα και οι εκτελέσεις των Ελλήνων πατριωτών από τα ναζιστικά στρατεύματα συνιστούν την απαίτηση της Ελλάδας να εξοφλήσει η Γερμανία τις οφειλές της απέναντι στη χώρα μας.

Οφειλές αναγνωρισμένες από την ίδια τη Γερμανία, όπως είναι το Κατοχικό δάνειο και από τη Διασυμμαχική Επιτροπή, όπως είναι
οι αποζημιώσεις. Δεν έχουν ακόμα αναγνωριστεί η ανεκτίμητη ανθρώπινη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που εκτελέστηκαν, που πέθαναν από την πείνα, που σκοτώθηκαν
από αδέσποτες σφαίρες κι από τους βομβαρδισμούς. Δεν έχουν επίσης υπολογιστεί, βέβαια, γιατί πρέπει να επιστραφούν, οι κλεμμένοι αρχαιολογικοί θησαυροί.

Δεν είναι ακόμα αναγνωρισμένες οι οφειλές από την κυκλοφορία του πλαστού γερμανικού χαρτονομίσματος, η ληστρική αφαίμαξη του ασημιού, του νικελίου και του χαλκού από τα κέρματα,
καθώς και η ηθική βλάβη, που υπέστη ο ελληνικός λαός και η Ελλάδα από την προσβολή που υπέστησαν από τον Χίτλερ.

Αυτές τις οφειλές οι κυβερνήσεις της μεταπολεμικής Γερμανίας αρνούνται να καταβάλουν, άλλοτε με διάφορα προσχήματα,
άλλοτε με την αδιανόητη σιωπή τους και άλλοτε με κατηγορηματικά «όχι». Μπροστά σ’ αυτή την ασύλληπτη αδικία, είμαστε υποχρεωμένοι να υπενθυμίσουμε στις γερμανικές Κυβερνήσεις:

Πρώτον:
Με ποιο δικαίωμα αυτοεξαιρούνται; Η Ιταλία εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα. Το ίδιο και η Βουλγαρία. Γιατί η Γερμανία θα αποτελεί την εξαίρεση;
Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Δεύτερον:
Με ποιο δικαίωμα θα εξαιρείται η Ελλάδα από τις άλλες χώρες, οι οποίες, είτε παράνομα είτε νόμιμα, άρπαξαν ή εισέπραξαν από τη Γερμανία αυτά που νόμιζαν ότι τους οφείλει ή υπέστησαν στην πραγματικότητα από τους Ναζί; Γιατί αυτή η διάκριση;

Τρίτον:
Με ποιο δικαίωμα η Γερμανία θα παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και την πανανθρώπινη ηθική και θα αρνείται να επανορθώσει όσα ως επιβουλέας διέπραξε σε βάρος της Ελλάδας;
Πρώτη και χωρίς καμία υπόμνηση η Γερμανία θα έπρεπε να αισθανθεί χρέος τιμής να εξοφλήσει όσα οφείλει απέναντι στην Ελλάδα.  Γιατί αυτή η ανήκουστη συμπεριφορά;


Τέταρτον:
Με ποιο δικαίωμα η Γερμανία λησμονεί ότι τη σημερινή της ύπαρξη, ως μια από τις Δημοκρατίες της Ευρώπης, την οφείλει στην καθοριστική συνεισφορά του Ελληνικού Λαού στον αγώνα για
τη συντριβή του Χίτλερ; Γιατί, φυσικά, δεν θέλουμε να πιστέψουμε πως νοσταλγεί το ναζιστικό καθεστώς.


Πέμπτον:
Με ποιο δικαίωμα η Γερμανία αρνείται να εκπληρώσει τις αναμφισβήτητες οφειλές της απέναντι στην Ελλάδα; Όχι μόνο από σεβασμό απέναντι στον Ελληνικό Λαό για τη συμβολή του στη νίκη κατά του Χίτλερ, αλλά και ως απαραίτητη εγγύηση αναγνώρισης των εγκλημάτων που διέπραξαν οι ναζί σε βάρος της ανθρωπότητας και ως μια πρώτη απόδειξη ότι δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον παρόμοια ανοσιουργήματα.

Πρέπει να γίνει απόλυτα κατανοητό από την πλευρά της Γερμανίας ότι δεν μπορεί να παραβιάζει ασύστολα το Διεθνές Δίκαιο και
τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα. Δεν επαιτούμε. Απαιτούμε η Γερμανία να κατανοήσει τα φρικαλέα εγκλήματα τα
οποία διέπραξαν σε βάρος του Ελληνικού Λαού οι Ναζί.
Πρέπει να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι δεν μας ενδιαφέρει το ύψος των ποσών που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα. Και ένα μάρκο να όφειλαν, πρέπει να το δώσουν.

Γιατί μας ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα η αποκατάσταση του δικαίου, που παραβιάζεται αναίσχυντα. Μας ενδιαφέρει, γιατί όχι μόνο
η Ελλάδα γνώρισε στο Β´ Παγκόσμιο πόλεμο την πιο σκληρή, την πιο απάνθρωπη, την πιο αιμοβόρα, την πιο αποπνιχτική σκλαβιά
απ’ όσες γνώρισε στην πολυχιλιόχρονη τρικυμισμένη ιστορία της, αλλά γιατί σήμερα βιάζεται χωρίς ίχνος ντροπής το Δίκαιο και
η Ιστορία από τη στάση των γερμανικών Κυβερνήσεων, οι οποίες αρνούνται... και να συζητήσουν το θέμα.
Αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν όσοι νομίζουν πως θα ξεφύγουν από την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Στην ίδια πλάνη
περιπίπτουν και οι ελληνικές Κυβερνήσεις.

Πράγματι, δηλώνουν μεν ότι «δεν παραιτούμεθα των δικαιωμάτων μας», αλλά δεν κάνουν και τίποτε να τα διεκδικήσουν. Και δεν αρκεί κάθε χρόνο, σε μια τυχαία συνάντηση κάθε φορά, να το θέτει ο Έλληνας πρωθυπουργός στο Γερμανό ομόλογό του, να εισπράττει μια άρνηση και να εφησυχάζει. Η αδράνεια δεν είναι αντίδοτο στην ωμή αδικία. Επιτέλους, τα απατηλά αυτά παιχνίδια πρέπει κάποτε να σταματήσουν. Να τραβηχτούν τα πέπλα της σιωπής που καλύπτουν
την ασύλληπτη αυτή αδικία σε βάρος της πατρίδας μας.
Να σταματήσει η κατάπτυστη ανοχή από αυτή την άδικη μεταχείριση.

Τα όρια υπομονής έχουν εξαντληθεί.

Εμείς, οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, δεν πρόκειται να εφησυχάσουμε. Δεν θα ανεχτούμε άλλο αυτή την κατάντια και
τον εξευτελισμό. Αυτό το εθνικό όνειδος. Και για να μην περάσει από το νου οιουδήποτε ότι τα κίνητρά μας είναι εκδικητικά, σ’ αυτό τον ιερό αγώνα αποκατάστασης του δικαίου, δηλώνουμε και πάλι, όπως το κάναμε και εξαρχής, ότι οι προτάσεις μας για τον τρόπο καταβολής των οφειλών της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα αποδεικνύουν τις πραγματικές μας προθέσεις σχετικά με το δημόσιο τομέα, που αποσκοπούν στην ανάπτυξη και εδραίωση της φιλίας των λαών μας.
Προτείνουμε, λοιπόν, η καταβολή των οφειλών της Γερμανίας (δάνεια και οφειλές προς το δημόσιο) να γίνει:

◗ Με την καταβολή των εξόδων Ελλήνων φοιτητών για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και Γερμανών στην Ελλάδα. Είναι ολοφάνερες οι σχέσεις φιλίας που θα αναπτυχθούν από το φοιτητόκοσμο και τους επιστήμονες που θα σπουδάζουν στις δύο
χώρες.
◗ Με παροχή γερμανικής τεχνογνωσίας προς την Ελλάδα.
◗ Με την πληρωμή των έργων που έχουν αναλάβει γερμανικές εταιρείες στην Ελλάδα ή θ’ αναλάβουν στο μέλλον.
◗ Με γερμανικά βιομηχανικά εργαλεία και μηχανήματα.
◗ Με γερμανικά προϊόντα και αγαθά, και όχι με σκληρό νόμισμα.

Όπως γίνεται φανερό, στόχος μας δεν είναι να «στραγγαλίσουμε» οικονομικά τη Γερμανία. Αν και πολλοί υποστηρίζουν πως το σύνολο των οφειλών της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα συνιστά ένα ελάχιστο ποσοστό μπροστά στα έξοδα μεταφοράς της Γερμανικής πρωτεύουσας από τη Βόννη στο Βερολίνο.
Στόχος μας είναι η αποκατάσταση του δικαίου.

Αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Γερμανίας αν θέλει να δαπανά 12 δισεκατομμύρια μάρκα για τη συνταξιοδότηση των SS. Αλλά σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν είναι δική της υπόθεση ούτε η αυτοεξαίρεσή της από τις υποχρεώσεις της, ούτε το να αποτελεί η Ελλάδα τη μοναδική εξαίρεση από τις συμμαχικές χώρες που πολέμησαν στο Β´ Παγκόσμιο πόλεμο, η οποία να μην έχει αποζημιωθεί για τα δεινά που υπέστη από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής.

Τέρμα πια οι υπεκφυγές, τα ψέματα, οι αρνήσεις. Ευχαριστούμε τους Γερμανούς πολίτες για την ευαισθησία που δείχνουν στον αγώνα μας και υπολογίζουμε στην ουσιαστική συμπαράστασή τους.

Δεν επαιτούμε, δεν ζητιανεύουμε.
Αξιώνουμε, απαιτούμε σεβασμό στην Ιστορία και στις στοιχειώδεις ηθικές αρχές.

Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων

Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων
–των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου
– είναι διαρκής μέχρι τελικής δικαίωσης.

Παρέμβαση του Αντιπροέδρου της Βουλής Λουκά Αποστολίδη.

Κυρίες και κύριοι
Θέλω ειλικρινά να συγχαρώ την πρωτοβουλία σας για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων από τη Γερμανία στα θύματα του
ναζισμού. Επιτελείτε ένα μεγάλο εθνικό, ηθικό, ιστορικό και κοινωνικό έργο.
Δικαίωση ηθική. Να αλαφρώσει ο πόνος. Να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τέτοιες θηριωδίες. Τέτοια εγκλήματα δεν παραγράφονται.
Παραπέμπουν και διδάσκουν τις νεότερες γενιές ότι οι αξίες της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας και της Ειρήνης είναι η καλύτερη και πιο αποτελεσματική ασπίδα σε κάθε ολοκληρωτικό
καθεστώς. Οι απόγονοι των θυμάτων διεκδικούν δικαίως αποζημιώσεις.
Από την ιδιαιτέρα Πατρίδα μου, τη Βοιωτία, και ειδικότερα το Δίστομο, που πολλά έχουν προσφέρει στον εθνικοαπελευθερωτικό
αγώνα, με εμψυχωτή τον διακεκριμένο νομικό και Νομάρχη Βοιωτίας κ. Γ. Σταμούλη, έγιναν πολλές αγωγές για αποζημιώσεις και πρωτόδικα είχαν καλή έκβαση.

Έχω συζητήσει με τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνη για τη δημιουργία Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής με στόχο
να προωθήσει, να συμβάλει στην υπόθεση των αποζημιώσεων, των επανορθώσεων και της απόδοσης του κατοχικού δανείου.

Παρακολούθησα τη «Συνάντηση των Δελφών για τις αποζημιώσεις», που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και με τη συμμετοχή διακεκριμένων στελεχών της Γερμανίας, από τον πολιτικό και τον πανεπιστημιακό χώρο, ιστορικών και δημοσιολόγων -δημοσιογράφων, που ένωσαν μαζί μας τη φωνή τους για ΔΙΚΑΙΩΣΗ.

Είμαι ενεργός συμπαραστάτης των πρωτοβουλιών σας και σε κάθε ενέργειά σας θα είμαι στο πλευρό σας.
Η διεκδίκηση των αποζημιώσεων των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου–είναι διαρκής μέχρι τελικής δικαίωσης.

Διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα

Ψήφισμα του «Εθνικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα» και της κίνησης «Ενωμένη Εθνική
Αντίσταση 1941-1944»


ΣΗΜΕΡΑ, 25η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1998, ημέρα επίσημου εορτασμού της Εθνικής Αντίστασης 1941-44, διεξήχθη στην Αθήνα, στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής, ημερίδα με θέμα:
«Η επίλυση του προβλήματος των γερμανικών αποζημιώσεων προϋπόθεση για την εδραίωση της φιλίας των λαών Ελλάδας και Γερμανίας».

Κατά τη συζήτηση αναπτύχθηκε συνοπτικά το μαρτυρολόγιο της Εθνικής Αντίστασης και έγινε έτσι η απαρίθμηση μιας ολόκληρης
σειράς δραματικών ιστορικών περιστατικών σχετικών με τα εγκλήματα πολέμου των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, που προξένησαν μεγάλες καταστροφές και βύθισαν σε απερίγραπτη δυστυχία τον Ελληνικό Λαό.

Οι σφαγές του Διστόμου και των Καλαβρύτων συνιστούν ανάλογες τραγωδίες με εκείνες του Οραντούρ και του Λίντιτσε και αποτελούν δύο περιπτώσεις, ανάμεσα σε πολλές άλλες, όπως τις καταστροφές και τις εκτελέσεις στο Κομμένο, στην Κλεισούρα, στην Κάνδανο, στον Βιάννο, στον Χορτιάτη και σε τόσα άλλα μέρη της Ελλάδας.
Όποιο σπιτικό και αν ρωτήσεις, από τα βόρεια ελληνικά σύνορα ως την Κρήτη, θα σου μιλήσουν για τους ανθρώπους τους που θερίστηκαν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί κατακτητών, εξοντώθηκαν ως όμηροι ή κρατούμενοι σε στρατόπεδα, ή πέθαναν από τα βασανιστήρια, τις αρρώστιες και την πείνα.


Κι όμως, στον Ελληνικό Λαό, που πρόσφερε αναλογικά από τις πιο μεγάλες θυσίες στο Β´ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν καταβλήθηκε ουσιαστικά σχεδόν καμιά επανόρθωση από το γερμανικό κράτος. Τέτοια, που θα ικανοποιούσε την ιστορική δικαιοσύνη και θα
αποκαθιστούσε την ηθική και νομική τάξη, το θεμέλιο της Ενωμένης Ευρώπης, που οικοδομούν από κοινού ο γερμανικός, ο ελληνικός
και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης.



Και μόνο μια συνοπτική επισκόπηση του μαρτυρολόγιου και του αγωνιστικού ημερολογίου της επικής ελληνικής Εθνικής Αντίστασης φθάνει για να αποδείξει τη μεγάλη ιστορική αδικία, που διαπράττεται, πενήντα και πάνω χρόνια, από μέρους της δημοκρατικής Γερμανίας απέναντι στη χώρα μας, στο λαό μας, στις χιλιάδες των θυμάτων και στους απογόνους τους.

Ακόμα και αυτό το λεγόμενο «αναγκαστικό Δάνειο» της Ελλάδας προς τη Γερμανία, το οποίο υπήρξε μια από τις κύριες αιτίες
της οικονομικής εξαθλίωσης και του θανάτου από την πείνα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, δεν έχει επιστραφεί, όπως θα ήταν αυτονόητο.
Κι όμως, λίγες εβδομάδες πριν από την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας, οι αρμόδιοι της τότε Reichsbank αναγνώριζαν ρητά, με γνωμάτευσή τους, την ύπαρξη αυτού του «γερμανικού χρέους προς την Ελλάδα», το οποίο μάλιστα αποτιμήθηκε «για μελλοντική χρήση», όπως ελέχθη, σε περίπου τότε 476 εκατομμύρια μάρκα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι συμμετέχοντες στη σημερινή ημερίδα καλούμε τη δημοκρατική γερμανική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την ιστορική αλήθεια και να επιζητήσει επιτέλους το διάλογο με τα θύματα του ναζισμού και με την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς διπλωματικές καθυστερήσεις.

Καλούμε, επίσης, την ελληνική κυβέρνηση να δείξει χωρίς χρονοτριβή έμπρακτα το σεβασμό της στις θυσίες του λαού, τον οποίο εκπροσωπεί, διεκδικώντας την ηθική και υλική επανόρθωση της ιστορικής αδικίας από μέρους της Γερμανίας, ως προϋπόθεση για τη βαθύτερη εδραίωση της φιλίας μεταξύ των λαών μας.

Εξουσιοδοτούμε, τέλος, τα προεδρεία των δύο οργανώσεων, που είχαν την πρωτοβουλία της σημερινής ημερίδας, να υποβάλουν το
κείμενο του Ψηφίσματος αυτού τόσο στη γερμανική όσο και στην
ελληνική Βουλή, καθώς και σε όλα τα κόμματα, που εκπροσωπούνται σ’ αυτές, και να ζητήσουν την έναρξη, επιτέλους, διακυβερνητικών συνεννοήσεων για τη ρύθμιση του θέματος.

Πενήντα και πάνω χρόνια μετά την τραγωδία του πολέμου και τη διάπραξη των ναζιστικών εγκλημάτων, δεν υπάρχουν πλέον άλλα περιθώρια παρέλκυσης.

Οι μετέχοντες στην ημερίδα
Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 1998

Το νούμερο 4 2 3 2 0 ήταν μια Ελληνίδα αγωνίστρια


Προς το Προεδρείο της Ημερίδας για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων

Είμαι μια από τις 16 Ελληνίδες κρατούμενες στο χιτλερικό στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, που επέζησαν. Και επειδή βρίσκομαι στο νοσοκομείο χειρουργημένη και δεν μπορώ να παραβρεθώ στην Ημερίδα σας, στέλνω μια μικρή ανάμνηση
από εκείνο το κάτεργο.
[...] Στεκόμουν, όπως όλες μας, μπροστά στον τόρνο, όπου οι ναζί μάς υποχρέωναν να δουλεύουμε επί 12 ώρες, λειαίνοντας
φονικούς κάλυκες για τις σφαίρες. Κάποια στιγμή αφαιρέθηκα, και το βουητό του τόρνου γίνηκε το βουητό του τρένου, που με
ταξίδευε στον τόπο μου, το νησί του Ευρίπου. Με τη φαντασία μου βρέθηκε στην πατρίδα μου, την όμορφη Λίμνη. Στο πατρικό μου σπίτι. Στεκόμουν στην κουζίνα, κοντά στο παράθυρο, κι έβλεπα τις πευκοβελόνες να τρυπώνουν μέσα απ’ τη σήτα, κι ανάσαινα τη μοσκιά του πεύκου. Στο ρυθμό του τόρνου άκουγα τον αργαλειό της μητέρας μου και τη φωνή της: «Κορίτσια! Τον καφέ και το βύσσινο του πατέρα σας!...»

Ήταν απομεσήμερο. Καλοκαίρι. Σ’ αυτή τη θέση καθόταν ο πατέρας μας ξυπνώντας το απόγευμα και ρουφούσε, μαζί με τον καφέ του, το άρωμα του πεύκου. Μπροστά απ’ τα μάτια μου πέρασαν οι μορφές
των δικών μου. Τις κρατούσα πάντα μέσα μου σαν φυλαχτό, και αναδύονταν στις πιο κρίσιμες στιγμές. Έπιασα κουβέντα με τα χέρια τους. Αναρωτιόμουν σε ποιο χέρι φορούσε ο πατέρας το δαχτυλίδι με την πέτρα, που πριν λίγα χρόνια ακόμα το στιφογύριζα στο δάχτυλό μου παίζοντας...
Η μητέρα, θυμήθηκα, φορούσε τη βέρα της στο μεσαίο δάχτυλο. Θα φορούσα, άραγε, ποτέ βέρα εγώ;


Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας.


Ξαφνικά, ένας κάλυκας σφύριξε στο αυτί μου. Τον είχε πετάξει η ομπερίνα, με άχτι. Η χιτλερίνα επιστάτρια που μας παρακολουθούσε. Ένιωσε, φαίνεται, πως το νούμερο 42320 ταξίδευε αλλού. Είχε για λίγες στιγμές δραπετεύσει από την κόλασή
του. Είχε διαπράξει έγκλημα. Από νούμερο, τόλμησε να ξαναγίνει άνθρωπος. Ένα κορίτσι που ονειρευόταν. Όχι! Έπρεπε, ώσπου να πεθάνω, να είμαι το νούμερο 42320 και τίποτε άλλο...

Ανταλλάξαμε ματιές με τις συμπατριώτισσές μου. Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας. Χωρίς σπασμωδικές κινήσεις, για να μην υποψιαστεί τίποτε η ομπερίνα, σκύβω στο κασονάκι όπου έπεφταν οι κάλυκες
και, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τους ανακατεύω: να μην ανακαλύψει στον έλεγχο τις ρωγμές που έκανε ένα σιδεράκι, που
βάζαμε στο κοπίδι του τόρνου, βγάζοντας σκάρτους, ακατάλληλους για το φονικό προορισμό τους, κάλυκες.
Αυτό το οργανωμένο σαμποτάζ από όλες μας ήταν η εκδίκησή μας, η ανάσα ζωής, η περηφάνεια μας.
Η ομπερίνα απομακρύνθηκε κι εγώ, καθώς χάιδευα τους σκάρτους κάλυκες, ένιωσα ν’ αναβλύζει από βαθιά μέσα μου το επονίτικο τραγούδι μας της Αντίστασης.
Συνεχίζαμε, κι απ’ αυτό το έσχατο μετερίζι, τον αγώνα του λαού μας. Της γενιάς μας.
Ανυπόταχτες! Άνθρωποι ! Όχι νούμερα...

Λούλα Βλαχούτσικου-Γιαννακοπούλου
Κρατούμενη στα στρατόπεδα Ράβενσπρουκ και Μπούχενβαλντ
Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, Νοέμβριος 1998

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13 Δεκεμβρίου 1943.


Καλάβρυτα του Πέτρου Ανταίου

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ, 13 Δεκεμβρίου 1943.

Μια από τις πιο μαύρες μέρες της χιτλεροφασιστικής κατοχής. Οι ναζί κατακτητές παραδίδουν στις φλόγες την πανέμορφη, ιστορική κωμόπολη και εξοντώνουν όλο τον άρρενα πληθυσμό από 14 χρόνων και πάνω. 1.104 είναι τα αθώα θύματα!
Εκείνη την ομιχλώδη, παγερή μέρα οι χιτλερικοί, εφαρμόζοντας το απάνθρωπο δόγμα τους της συλλογικής ευθύνης, διέπραξαν ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματά τους εναντίον του λαού μας.
Ο Χίτλερ, στις 16 Δεκεμβρίου 1942, προεδρεύοντας σε συμβούλιο επιτελών του (Κάιτελ, Γιοντλ, Μπόρμαν κ.ά.), το οποίο επεξεργάστηκε τον πολεμικό κανονισμό της κατοχής, υπαγόρευε: «Πρέπει το σπίτι (του πολίτη από τον άμαχο πληθυσμό) να καεί συν γυναιξί και τέκνοις...

 Με στρατιωτική υψηλοφροσύνη ή με τη συνθήκη της Γενεύης ο αγών αυτός δεν έχει πλέον καμίαν σχέσιν... Ως εκ τούτου ο στρατός δικαιούται να χρησιμοποιεί εις τον αγώνα αυτόν κάθε μέσον και εναντίον γυναικών και παιδιών, αρκεί να εξασφαλίζεται δι’ αυτού η επιτυχία...» Αυτός ο πολεμικός κανονισμός του Χίτλερ καταργούσε το Διεθνές Πολεμικό Δίκαιο της Γενεύης και τη Συνθήκη της Χάγης του 1907 και παρείχε απόλυτη ασυδοσία στους δήμιους των κατεχομένων χωρών.

Και εκείνοι, λυσσώντας για τις πολεμικές τους αποτυχίες και τα πλήγματα της Αντίστασης, ξεσπούσαν με θηριώδη μανία κατά του άμαχου πληθυσμού, αφήνοντας πίσω τους ποταμούς αιμάτων και φοβερά ολοκαυτώματα.
Το φθινόπωρο του 1943 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατήγαγαν μια σειρά νίκες κατά των ναζί στην Πελοπόννησο.
Στις 20 Οκτωβρίου στην Κερπινή, κοντά στα Καλάβρυτα, υπέστησαν πανωλεθρία. Διλοχία τους διαλύθηκε με μεγάλες απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και οι αντάρτες έπιασαν πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και τραυματίες, τους οποίους περιέθαλψαν οι Καλαβρυτινοί.

Η διοίκηση των τοπικών τμημάτων του ΕΛΑΣ ζήτησε επίσημα από τη γερμανική διοίκηση να σταματήσει τις εκτελέσεις ομήρων, προκειμένου να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους. Αν όμως συνέχιζαν, τους προειδοποιούσε ότι θα εκτελούντο οι αιχμάλωτοι. Οι ναζί συνέχισαν με μεγαλύτερη ακόμα μανία τις θηριωδίες τους.

Στο ιστορικό μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου εκτέλεσαν 21 μοναχούς, 16 από τους οποίους κατακρήμνησαν από τα βράχια. Διαδόθηκε τότε ότι οι χιτλερικοί θα έκαιγαν τα Καλάβρυτα.
Η οργάνωση του ΕΑΜ ειδοποίησε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την κωμόπολη.
Οι Γερμανοί όμως, που κατέφθαναν από τις 9 ως τις 13 Δεκεμβρίου στην πόλη, ενώ είχαν καταστρώσει ήδη με τη γνωστή μεθοδικότητά τους ως την τελευταία λεπτομέρεια το φριχτό έγκλημα, εξαπάτησαν τον πρόεδρο της κοινότητας και καθησύχαζαν και με το λόγο της στρατιωτικής τους «τιμής» τους κατοίκους.

Το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα οι καμπάνες. Με κήρυκα καλούσαν όλους, με την απειλή εκτέλεσης, να συγκεντρωθούν στο σχολείο. Εκεί ξεχώρισαν όλες τις γυναίκες και τα αγόρια κάτω των 14 χρόνων, γεμίζοντας ασφυκτικά μια μικρή αίθουσα. Τους άντρες τους έβγαλαν κρυφά και τους συγκέντρωσαν στα ριζά των λόφων, στη θέση «Λάκκα του Καππή», επτακόσια μέτρα ψηλότερα από το νεκροταφείο.
Τους τοποθέτησαν αμφιθεατρικά, ώστε να βλέπουν τα σπίτια τους που άρχισαν να καίγονται. Πίσω απ’ τις πλάτες τους τα πολυβόλα και τα μυδράλλια περίμεναν το παράγγελμα για ν’ αρχίσουν το μακελειό.

 Κι όμως, η ελπίδα δεν εγκατέλειπε τους μελλοθάνατους. Τους είχαν εξαπατήσει λέγοντας να πάρουν μαζί τους από μια κουβέρτα κι ένα καρβέλι ψωμί. Έλπιζαν λοιπόν να τους έπαιρναν ομήρους.
Δύο φωτοβολίδες από το ξενοδοχείο του Δαλιάνη έδωσαν το σύνθημα της σφαγής... Πυρ!... Πάνω από μια ώρα κροτάλιζαν οι ριπές. Δεν θερίζονται εύκολα 800 λεβοντόκορμοι άντρες.
Άλλους 304 σκότωσαν από τα γύρω χωριά. Οι σκοτωμένοι έπεφταν επάνω στους λαβωμένους αλλά ζωντανούς και τους σκέπαζαν.
Τότε ένα ειδικό τμήμα από 30 αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον αρχιδήμιο ΤΕΝΕΡ, που έφερε, για την περίπτωση, τρία πιστόλια στη ζώνη του, αρχίζουν ν’ αποτελειώνουν με χαριστικές βολές στο κεφάλι τους εκτελεσμένους...

Βρεθήκαμε σ’ αυτόν τον κρανίου τόπο, τη Λάκκα του Καππή, με το συχωρεμένο σκηνοθέτη Αντώνη Βογιάζο, όταν γυρίζαμε το Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης, μαζί μ’ έναν από τους ελάχιστους που επέζησαν, τον Νίκο Φερλελή, ακούσαμε και καταγράψαμε στην ταινία, ριγώντας, την αφήγησή του:
 «Εκεί που καθόμασταν στη λάκκα όλοι οι άντρες, μας έκαναν νόημα να σηκωθούμε. Και μόλις έπεσαν οι φωτοβολίδες άρχισαν να μας “θερίζουν” με τα μυδράλλια.
Όταν πέσαμε όλοι, πλησίασαν οι Γερμανοί με τα πόδια να βουλιάζουν στο αίμα και σ’ έναν- έναν έδιναν τη χαριστική βολή. Εγώ είχα μείνει ζωντανός. Δύο αδέρφια ακόμα και κάποιοι άλλοι δίπλα μου.
Μια-μιάμιση ώρα είχε κρατήσει η εκτέλεση κι άλλες δύο και περισσότερο η χαριστική βολή. Είχα ένα γείτονα που ζούσε ακόμα και μου λέει: “ Έρχεται η σειρά μας”.
Εμένα είχε πιαστεί η αναπνοή και δεν μπορούσα να μιλήσω. Φτάνουν σε μας, δίνουν δύο πιστολιές στο γείτονά μου, στο κεφάλι τον αποτέλειωσαν. Πετάχτηκαν τα αίματά του απάνω μου.

Εμένα, όπως είχα το χέρι στο κεφάλι, μου δίνουν μια πιστολιά, η σφαίρα τρύπησε το χέρι μου και με λάβωσε στο μέτωπο. Λέω: “Πάλι τη γλίτωσα. Δεν πέθανα”. Μετά από καμιά δεκαριά λεπτά, έρχεται άλλος, με γραπώνει απ’ το γιακά, μου γυρίζει το πρόσωπο και μου δίνει άλλη μια πιστολιά. Να, εδώ, στην κορφή. Έμεινα για λίγο αναίσθητος. Είχα μουδιάσει ολόκληρος. Τέλος φύγανε.

Ανασηκώθηκα τότε ανάμεσα στους σκοτωμένους, κοιτάω και βλέπω από κείνο το δρομάκι εκεί ερχόταν η μάνα μου. Μου λέει: “Πού είναι οι άλλοι;” Είχα άλλα δύο αδέρφια, τον Βασίλη και τον Κίμωνα. Βρήκαμε τον έναν, ύστερα και τον άλλον σκοτωμένους.

Έφυγα από ’κεί, και θυμάμαι πάταγα μες στο αίμα και το πόδι μου βούλιαζε ως το γόνα. Το αίμα κύλαγε ποτάμι, είχε φτάσει ως κάτω στο δρόμο...» Πολλά σπίτια έχασαν τρεις και τέσσερις άντρες.
Του μπαρμπα-Πανάγου του Παναγούτσικου σκοτώθηκαν και τα τέσσερά του παιδιά. Με κείνον πέντε. Και με το γαμπρό του τον Ευελπίδη, έξι.
Μια Καλαβρυτινή, η Ελευθερία της θεια Γιώτας, που ανηφόρισε απ’ τις πρώτες στη Λάκκα, είδε τόσα χυμένα μυαλά ένα γύρο, που δεν βάσταξε. Βρήκε έναν τενεκέ, τον γέμισε και τα ’θαψε χωριστά.

Την ίδια εκείνη ώρα στο σχολείο, με ανατριχιαστική υπόκρουση τη χλαπαταγή απ’ τη φωτιά που λυσσομανούσε σ’ όλη την πόλη και τις ριπές της εκτέλεσης, τα γυναικόπαιδα κι οι γέροντες προσεύχονταν σε εικόνες που είχαν φέρει απ’ τα σπίτια τους.
Ξάφνου, όταν άρχισε να καίει τις πατούσες το πάτωμα ζεσταμένο από τη φωτιά που είχαν βάλει οι ναζί στο υπόγειο του σχολείου, τα γυναικόπαιδα ρίχτηκαν ξετρελαμένα πάνω στην κλειδομανταλωμένη πόρτα και την έσπασαν. Άλλοι λένε πως κάποιος Αυστριακός ή Αλσατός φρουρός την άνοιξε κι οι χιτλερικοί τον σκότωσαν επιτόπου.

Τα γυναικόπαιδα, που σύμφωνα με το σχέδιο έπρεπε να καούν για να μη μείνει ψυχή ζωντανή από τα Καλάβρυτα, σώθηκαν.
Ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φεφές, δεκατετράχρονο παιδί τότε, που σώθηκε, στο βιβλίο του Καλάβρυτα δίνει συγκλονιστικές σκηνές απ’ ό,τι επακολούθησε.
Στο γιαπί του νοσοκομείου, όπου απάγγιασαν τα γυναικόπαιδα μετά την έξοδο απ’ το σχολείο, τα παιδιά δεν σταματούσαν το κλάμα. Τότε ο μικρός Φεφές τους είπε: «Σωπάστε, παιδιά, μην κάνετε έτσι. Όλοι ορφανά είμαστε !…».

Με το ξημέρωμα της επομένης, τα παιδιά ένιωσαν την πείνα τους. Τότε η Κελαηδήνενα, που της είχαν σκοτώσει τρία παιδιά και τον άντρα, τους έδωσε ένα σταρένιο ζυμωτό καρβελάκι.«Είναι του Νίκου μου... Εκείνο το άμοιρο δεν το ’φαγε». «Άρχισα να το κόβω και να το μοιράζω», γράφει ο αρχιμανδρίτης Φεφές. «Για τον εαυτό μου κράτησα το βρεμένο. Άρχισα να το τρώγω με βουλιμία.

Τότε κατάλαβα. Ανατρίχιασα. Ήταν ποτισμένο με το αίμα των σκοτωμένων. Αυτή τη μεταλαβιά δεν θα την ξεχάσω...» Πράξεις της τραγωδίας που συνεχίστηκε ήταν το κουβάλημα των νεκρών στις πλάτες των γυναικών στο νεκροταφείο, το σκάψιμο στην πέτρινη παγωμένη γη και με τα νύχια ακόμα, γιατί τα σκαπανικά είχαν λιώσει, για την ταφή των νεκρών. Κι η πάλη με τα αγριεμένα απ’ την πείνα σκυλιά, που ξέθαβαν κι έτρωγαν τις νύχτες τους νεκρούς...

Οι Καλαβρυτινές χήρες, μάνες, αδερφές, αρραβωνιαστικές κινδύνεψαν να τρελαθούν απ’ το σπαραγμό. «17 Δεκέμβρη 1943», γράφει στο βιβλίο της Φύλλα Κατοχής η Ιωάννα Τσάτσου.

«Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας άρχισαν να μπαίνουν στο γραφείο μας σ’ ατέλειωτη σειρά γυναίκες μαυροφορεμένες.
Τα πρόσωπά τους ήταν μαρμαρωμένα, ακίνητες με μιαν ομαδική, ομοιόμορφη έκφραση νέκρας, που δεν είχα ποτέ μου ξαναδεί.

Η πρώτη μίλησε με κόπο: “Ερχόμαστε απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είμαστε όλες. Οι περισσότερες έμειναν εκεί…”
Όταν ακούσαμε Καλάβρυτα, ανατριχιάσαμε…» Δεν τρελάθηκαν όμως. Συμμάζεψαν τα κουρέλια των ψυχών τους.
Πάλεψαν σκληρά μόνες τους. Ανάστησαν τα παιδιά τους που επέζησαν και τα πρόσφεραν άξιους πολίτες στην πατρίδα.
Έχτισαν τα Καλάβρυτα. Έδωσαν ένα αιώνιο παράδειγμα καρτερίας της Ελληνίδας. Της Ελλάδας.

Η σφαγή του χωριού Κομμένο της Άρτας


Συνήγορος υπεράσπισης: Μήπως γνωρίζετε, μάρτυς, ποία μονάς έκανε, αν παραδεχθούμε, την καταστροφή;

Μάρτυς: Ο διοικητής του τάγματος SS που είχε την έδρα του στον ποταμό Λούρο, Φάλνερ, κι ο υπολοχαγός Νόβιακ, διοικητής των αστυνομικών δυνάμεων, ομού έδιδαν επιτόπου τις διαταγές σφαγής.

Απαντητική επιστολή Δ. Κιουσοπούλου, εισαγγελέα Αρείου Πάγου, με ημερομηνία 15 Μαΐου 1972 Σε επιστολή του προς το γυμνασιάρχη Κ. Παπά, μάρτυρα κατηγορίας από το Κομμένο, στη δίκη των στρατηγών στη Νυρεμβέργη, που ρωτούσε για την τύχη των κατηγορουμένων σ’ αυτή τη δίκη  Λαντς κ.ά
ο Δημ. Κιουσόπουλος, διευθυντής του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου και αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη δίκη της Νυρεμβέργης, αναφέρει: «...
Όλοι οι κατηγορούμενοι στρατηγοί διέφυγαν της ποινής του θανάτου. Τούτο συνέβη κατά τη γνώμη μου διότι η πολιτική της Αμερικής μετεστράφη.

Μετά την ρήξιν της μετά της Ρωσίας εκαλλιέργησεν φιλικάς σχέσεις μετά της Γερμανίας και επόμενον ήτο και το δικα- στήριον να τηρήσει ανάλογον στάσιν...» Από ηχογραφημένες μαρτυρίες για το ολοκαύτωμα Αλέξανδρος Μάλλιος (γιος του Θόδωρου Μάλ- λιου):

«Όταν έγινε η μεγάλη σφαγή του Κομμένου, ήμουν 13 χρόνων... Τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 μαζί με την αδελφή μου είχαμε βγάλει τα ζώα έξω για βοσκή και δενβρεθήκαμε σπίτι.
Είδαμε μια φωτοβολίδα και μετά άρχισαν να «βάζουν» οι Γερμανοί με όλμους και πολυβόλα. Κρύφτηκα σ’ ένα χαντάκι με την αδελφή μου.
Εκεί άκουσα κάποιον να λέει: «Στο γάμο του Μάλλιου δεν έμεινε κα- νένας ζωντανός…» … Όταν γύρισα, πρώτον είδα τον πατέρα μου μ’ ένα αδελφάκι μου, στην αγκαλιά. Σκο- τωμένοι κι οι δυο. Από τα 12 μέλη της οικογένειάς μας σωθήκαμε μόνο εγώ κι η αδελφή μου…
Οι Γερμανοί φορούσαν λευκές ποδιές, ματωμένες, σαν χασάπηδες… Δημήτρης Αποστόλου (Κομμένο): … Στις 15.8. 43 είχε ολική έκλειψη σελήνης. Αποβραδίς είχα βγει για κυνήγι πάπιας.
Τα χαράματα, γυρνώντας, είδα φωτοβολίδες… Πρώτα έκαναν πλιάτσικο και μάζεψαν τα ζώα. Μετά άρχισε η σφαγή. Κράτησε από τις 5.30 το πρωί ως τις 12.30. Έχασα πατέρα, μάνα, αδελφό 20 χρόνων, θείο, γιαγιά, ξαδέλφια. Έγιναν και βιασμοί…

Χαρακτηριστική για την αγριότητα, την απόλυτη αθωότητα των θυμάτων και την αποκλειστική ευθύνη της Βέρμαχτ είναι η περίπτωση του ολοκαυτώματος του Κομμένου της Άρτας.

Αρχιδήμιος του χωριού, που έδωσε την εντολή να κατακρεουργηθούν όλοι οι κάτοικοι του Κομμένου, αλλά και δήμιος όλης της περιοχής της Ηπείρου, ήταν ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, διοικητής του 22ου Ορεινού Σώματος Στρατού, με έδρα τα Γιάννενα. Οι συγκεκριμένες μονάδες που ματοκύλησαν το Κομμένο ανήκαν στην Ορεινή Μεραρχία Εντελβάις, με διοικητή το στρατηγό Στέτνερ. Τον Αύγουστο του 1947, στη Νυρεμβέργη, δικάστηκαν από το 5ο Αμερικανικό Στρατιωτικό Δικαστήριο οι 11 στρατηγοί, που είχαν ευθύνες για την εκστρατεία και την κατοχή στα Βαλκάνια.
Ανάμεσά τους ήταν και ο στρατάρχης Λιστ, ο στρατηγός Σπάιντελ και ο στρατηγός Λαντς. Ενδεικτικό για την έκταση της εγκληματικής δράσης του Λιστ και του Λαντς είναι ότι τα πρακτικά της δίκης, που τους αφορούν, είναι καταχωρημένα σε 65.000 σελίδες! Ανάμεσα στους Έλληνες μάρτυρες στη δίκη ήταν και ο αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής του Κομμένου, γυμνασιάρχης Κωνσταντίνος Παπάς.

 Μεταξύ των άλλων σημείων της περιγραφής του ολοκαυτώματος στο βιβλίο του Η σφαγή του Κομμένου, ο Κ. Παπάς αναφέρει το ακόλουθο επεισόδιο από τη διαδικασία:

Μάρτυς (Κ. Παπάς): …Απέναντι από το σπίτι μου είναι το σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου. Το μαύρο βράδυ της 15ης Αυγούστου 1943 έκανε τους γάμους του γιου του, Σπύρου, με μια νέα από το χωριό Γλυκόρριζο. Στο σπίτι έγινε ολονύκτιο γλέντι. Το πρωί της 16ης Αυγούστου, οι Γερμανοί, σαν τίγρεις, επέπεσαν στην πλούσια λεία τους. Έβγαλαν έξω από το σπίτι 10-15 άτομα και τα εκτέλεσαν με πολυβόλα. Οι υπόλοιποι γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 23, κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι...

Δικαστής Μπιούργκε: Πόσα άτομα σκοτώθηκαν στο Κομμένο;

Μάρτυς: 317 είναι τα θύματα της τραγωδίας του Κομμένου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Συνήγορος υπεράσπισης: Μήπως γνωρίζετε ποιος ήταν ανώτατος στρατιωτικός διοικητής Ιωαννίνων του 22ου σώματος στρατού;

Μάρτυς: Ο στρατηγός Λαντς, που ευρίσκεται ενώπιόν μας κατηγορούμενος, και που έδωσε τη διαταγή της άγριας σφαγής του Κομμένου.

Η στατιστική της σφαγής και της καταστροφής
◗ Από τους 680 κατοίκους σφάχτηκαν οι 317.
◗ Από τους 317 οι 74 ήταν παιδιά, από 1 ως 10 χρόνων.
◗ Σφάχτηκαν και οι δύο παπάδες του χωριού.
◗ Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 20 οικογένειες.
◗ Ανατίναξαν και έκαψαν και τα 181 σπίτια του χωριού. Η θηριωδία στο αποκορύφωμά της
◗ Δύο μωρών 7 μηνών, γέμισαν το στόμα με βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και το άναψαν, για ν’ απολαύσουν το ζωντανό πυροτέχνημα.
◗ Ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης βεβαιώνει ότι η ετοιμόγεννη σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή, με την κοιλιά ξεσκισμένη και το έμβρυο δίπλα της.

Το μεσημέρι, μετά τη σφαγή, οι δήμιοι μαζεύτηκαν στο σπίτι του προέδρου του χωριού Λάμπρου Ζορμπά και γλεντούσαν τρωγοπίνοντας, ενώ γύρω τους κείτονταν 7 πτώματα κατακρεουργημένα: η Μαρία, η κόρη του, μαθήτρια Γυμνασίου, ο Παναγιώτης, ανεψιός του προέδρου, ο θείος του, Γ. Ζορμπάς, η θεία του, Ανθούλα Ζορμπά και ο τυφλός γέροντας γείτονάς του, Θ. Χαραλάμπους.